Ο εφησυχασμός της κοινωνίας, η αδράνεια και ο συμβιβασμός είναι η αχίλλειος πτέρνα της δημοκρατίας και των θεσμών της

fb
Τελευταία ενημέρωση: 19-07-2018

Τα οικονομικά και αναλογιστικά δεδομένα παλαιού και νέου συστήματος

Οικονομικά και αναλογιστικά δεδομένα παλαιού και νέου συστήματος     1. Το σύστημα και τα προβλήματα του από την τεχνική πλευρά Αρκεί να αναφερθεί κανείς επιγραμματικά σε κάποια σημεία που μάλλον θα έχουν ακουστεί ξανά, δεδομένης της μόνιμης τα τελευταία χρόνια συζήτησης που γίνεται για το Σύστημα Κοινωνικής Ασφάλισης και τις συντάξεις. Προσπαθώντας λοιπόν κάποιος να κατανοήσει και σε τεχνικό επίπεδο το τι ακριβώς συμβαίνει για να το μελετήσει, έρχεται αντιμέτωπος με τα εξής σημεία που όλα μαζί σκιαγραφούν την εικόνα. Ø Διανεμητικό σύστημα Ø Κατακερματισμένο σύστημα Ø Εξαιρετικά πολύπλοκο πλαίσιο διατάξεων Ø Πολλά ερωτηματικά σε σχέση με τη χρηματοδότηση Σημειολογικά μόνο αξίζει να αναφερθεί η φράση που υπάρχει στην 1η σελίδα της αναλογιστικής έκθεσης που συνέταξε το Government Acturary’s Department  2001: ”The Greek social security pension system is extremely complex”. Το τι πρόκειται να επιφέρει ο συνδυασμός της πλήρως διανεμητικής φύσης του συστήματος και της γήρανσης του πληθυσμού είναι πια σαφές και το έχουμε όλοι εμπεδώσει. Αυξάνονται όσοι εισπράττουν, μειώνονται αυτοί που εισφέρουν και οι άλλες πηγές χρηματοδότησης είναι από αμελητέες έως εξαιρετικά επισφαλείς, μιλώντας για έσοδα επενδύσεων και κρατική χρηματοδότηση. Με το πρόβλημα δεδομένο λοιπόν και έχοντας σκοπό την τεχνική προσέγγιση, τη μελέτη δηλαδή του συστήματος ερχόμαστε σε μια φράση που ομολογουμένως έχουμε βαρεθεί να ακούμε, «αναλογιστικές μελέτες». Αλλά τι μελέτες?! Γιατί όπως έχει αναφερθεί «μελέτες υπάρχουν». Υπάρχουν ναι, «κλασικές» αναλογιστικές μελέτες ταμείων. Αλλά, τι καταγράφουν και τι εκτιμούν αυτές οι μελέτες? Εκτιμούν το λεγόμενο «αναλογιστικό έλλειμμα». Δηλαδή απαντούν στην ερώτηση «πόσα επιπλέον αποθεματικά θα έπρεπε να υπάρχουν σήμερα, ώστε το υπό μελέτη ταμείο να είναι βιώσιμο?». Εκτιμούν δηλαδή το σημερινό συνολικό «χρέος του ταμείου». Είναι όμως αυτό που μας ενδιαφέρει? Η απάντηση είναι όχι ακριβώς! Αυτό που μας ενδιαφέρει  είναι που τοποθετείται χρονικά και ποσοτικά η αποπληρωμή αυτού του χρέους. Απλά μιλώντας και διαμορφώνοντας το κεντρικό ερώτημα στο οποίο θα πρέπει να απαντά μια τέτοια μελέτη είναι «Αυτή τη στιγμή αρκούν οι εισφορές και περίπου 5% του ΑΕΠ από πλευράς κράτους για να πληρώνονται οι συντάξεις. Στο μέλλον η ανάγκη χρηματοδότησης πως διαμορφώνεται? Πότε?». Το ζητούμενο δηλαδή είναι ο χρόνος και το οικονομικό μέγεθος των «δόσεων πληρωμής του αναλογιστικού ελλείμματος». Η σχηματική απεικόνιση αποτυπώνει ξεκάθαρα το τι πρέπει να εκτιμήσει κανείς. Τα έσοδα και τα έξοδα του συστήματος! Τι θα εισπράξει το σύστημα και τι θα αποδώσει. Με μια φράση, στη μελέτη που χρειαζόμαστε το ζητούμενο δεν είναι το αναλογιστικό ισοζύγιο, αλλά οι προβολές των εισφορών και των συντάξεων. Η εκτίμηση χρόνο-χρόνο δηλαδή των εισφορών και των συντάξεων ( και κατά συνέπεια των εσόδων και των εξόδων) που οδηγεί στον υπολογισμό του ετήσιου ταμειακού πλεονάσματος ή ελλείμματος. Αυτονόητα η παρούσα αξία των μελλοντικών χρηματορροών,  αθροιζόμενη για περίπου 35-40 χρόνια οδηγεί στο αναλογιστικό έλλειμμα ή πλεόνασμα.       2. Μελέτες Τι μελέτες υπάρχουν που καταγράφουν την κατάσταση με επαρκή ακρίβεια αλλά και απαντούν σε ερωτήματα της ίδιας φύσης (προβολές εισροών και εκροών του συστήματος δηλαδή) για πιθανά σεμινάρια μεταρρυθμίσεων? Που δίνουν δηλαδή απαντήσεις σε σύνθετα ερωτήματα του τύπου «εάν γίνει αυτή η αλλαγή, πως διαμορφώνεται το πρόγραμμα-προβολή των χρηματορροών?». Μάλιστα ειδικά για το δικό μας σύστημα που έχει ήδη χωρίσει τους ασφαλισμένους σε γενιές, πρέπει να απαντάει σε ακόμα πιο σύνθετα ερωτήματα δηλαδή του τύπου «που οδηγούμαστε εάν ισχύσει μια συγκεκριμένη παραμετρική αλλαγή για τους ασφαλισμένους πριν ή μετά από συγκεκριμένες ημερομηνίες?». Έχοντας κάποιος συνειδητοποιήσει ξεκάθαρα τους σκοπούς μιας τέτοιας μελέτης και στην προσέγγιση που αφορά στην απόπειρα μοντελοποίησης των εισφορών και των συντάξεων, έρχεται αντιμέτωπος με το κατακερματισμό του συστήματος. Αναλογιζόμενος λοιπόν το πλήθος των σχημάτων, αμέσως παραιτείται από την μοντελοποίηση όλων των φορέων. Το πλήθος και η πολυπλοκότητα των σχετικών διατάξεων το καθιστούν αδύνατο. Μόνο για κύρια σύνταξη υπάρχουν 25 φορείς και ας ξεχάσουμε την επικουρική. Οπότε αναγκαστικά κάποιος μοντελοποιεί τους πιο πολυπληθείς οργανισμούς, τους πιο ζημιογόνους οργανισμούς και κατόπιν αναπροσαρμόζει τα αποτελέσματα κατάλληλα ώστε να προσεγγίζεται η κατάσταση του συστήματος συνολικά. Πρέπει επίσης να είναι σαφές ότι ο βαθμός ακριβείας μιας τέτοιας μελέτης είναι σχετικός όσον αφορά στα ποσά, όμως καταγράφεται ξεκάθαρα η τάση και η τάξη μεγέθους των μελλοντικών ταμειακών προβλημάτων του συστήματος. Αλλά βέβαια το ζητούμενο δεν είναι η ακριβής εκτίμηση ποσών αλλά η σωστή εκτίμηση του χρόνου διαμόρφωσης, διόγκωσης και της τάξης μεγέθους των ελλειμμάτων. Υπάρχουν τέτοιες μελέτες? Έχουν γίνει? Εγώ τουλάχιστον έχω υπόψη μου μία και μοναδική. Αυτήν του Government Acturary’s Department που έγινε το 2001. Η μελέτη αυτή περιλαμβάνει 10 μοντελοποιημένα ταμεία, και αποτελέσματα για το σύστημα συνολικά. Επίσης αποτυπώνει το πώς διαμορφώνεται και εκτιμάται η οικονομική κατάσταση και πορεία του συστήματος εφόσον εφαρμοστούν συγκεκριμένες αλλαγές. Επαναλαμβάνω, αντίστοιχη μελέτη δεν έχει εκπονηθεί ούτε και έχει δρομολογηθεί η εκπόνησή της, ώστε να έχουμε ακριβή οικονομικά αποτελέσματα για πιθανά ενδεχόμενα σενάρια μεταρρυθμίσεων. Οποιονδήποτε μεταρρυθμίσεων.         3. Αποτελέσματα μελετών Η κατάσταση είναι σαφής και δεδομένη και διαπιστώνεται με όλες τις μελέτες ή απόπειρες μελετών που έχουν γίνει. Λέγοντας απόπειρες εννοώ μοντελοποιήσεις μερικών πολυπληθών φορέων και στη συνέχεια χρήση των αποτελεσμάτων για την εξαγωγή συμπερασμάτων σε επίπεδο συστήματος συνολικά. Το σύστημα θα πιεστεί πάρα πολύ έντονα στο μέλλον, κυρίως λόγω της σταδιακής ανατροπής της σχέσης εργαζομένων – συνταξιούχων. Σε αυτήν την ανατροπή της αναλογίας – που είναι ο κεντρικός οδηγός για τα οικονομικά του συστήματος - προστίθενται και αρκετοί ακόμα λόγοι που δυσχεραίνουν την κατάσταση: έλλειψη άλλων πηγών χρηματοδότησης όπως τα έσοδα επενδύσεων, κακοδιοίκηση, μαύρη οικονομία, εισφοροδιαφυγή, πολυνομία και άλλοι. Αναμένεται λοιπόν ραγδαία αύξηση των δαπανών για συντάξεις, χωρίς αντίστοιχη αύξηση αλλά με εκτιμώμενη ως περίπου σταθερή τη μακροπρόθεσμη πορεία των εισφορών. Το προφανές συμπέρασμα είναι ότι το σύστημα χρειάζεται (εδώ και πάνω από 2 δεκαετίες) μεταρρύθμιση. Μεταρρύθμιση και όχι αλλαγές. Μεταρρύθμιση που θα περιλαμβάνει και ριζικές ανατροπές.       4. Η εναλλακτική πρόταση Η πρόταση που ανέπτυξε νωρίτερα η κ. Δεδούλη και για την οποία εργαστήκαμε μαζί αρκετό καιρό αποτελεί πράγματι μεταρρύθμιση. Αναφέρεται σε ένα ΝΕΟ ΣΥΣΤΗΜΑ. Δεν αποτελεί απλή παρέμβαση ούτε γενικευμένο πλαίσιο αλλαγών στο υπάρχον σύστημα. Είναι ανάγκη να το καταλάβουμε όλοι. Αυτό που χρειαζόμαστε είναι ένα νέο σύστημα, όχι αλλαγές μικρές ή μεγάλες στο υφιστάμενο. Για παράδειγμα ακούμε για συγχωνεύσεις φορέων. Αυτές θα γίνουν στο πλαίσιο που έγινε η δημιουργία του ΟΑΕΕ (ΤΕΒΕ, ΤΑΕ και ΤΣΑ)? Αν είναι έτσι δεν πρόκειται για συγχωνεύσεις ή ενοποιήσεις. Πρόκειται για συστέγαση των υπηρεσιών, και κοινό διοικητικό χειρισμό κάποιων περιπτώσεων- υποθέσεων. Αυτό ενδεικτικά σε σχέση και με την επικαιρότητα. Όσον αφορά στο ποσό που αποτελεί το πρώτο κομμάτι  της σύνταξης, υπάρχει  αντιστοιχία με αυτό που συμβαίνει τώρα με τους ανασφάλιστους υπερήλικες, που συνταξιοδοτούνται από τον ΟΓΑ. Όσον αφορά στο 2ο επίπεδο της σύνταξης, που θα αποδίδεται από τα ταμεία όπως τα ξέρουμε σήμερα, εννοείται πως μιλάμε για τα ταμεία που θα απομείνουν μετά από ένα βασικό εξορθολογισμό του συστήματος και είναι επίσης σαφές πως μιλάμε για αυτόνομους και αυτοδιαχειριζόμενους οργανισμούς ασφάλισης χωρίς κρατική εμπλοκή στη χρηματοδότηση και στη διαχείριση, μετά βέβαια από την αναγκαία μεταβατική περίοδο. Αυτό είναι ένα από τα χαρακτηριστικά που καθιστούν το σχέδιο αυτό μεταρρύθμιση και όχι αλλαγή. Όσον αφορά στην κρατική χρηματοδότηση είναι δεδομένο πως θα εξακολουθήσει για αρκετά χρόνια μέχρι να εδραιωθεί το νέο σύστημα και να λειτουργήσουν εύρυθμα και σε πλαίσιο σταθερότητας τα ταμεία. Το σημαντικό είναι ο στόχος που επιτυγχάνεται: η σταδιακή αλλά πλήρης απεμπλοκή του κράτους από τη λειτουργία τους. Όσον αφορά στο 3ο κομμάτι της σύνταξης, είναι περιττό να αναφερθεί κανείς αναλυτικά στην αναγκαιότητα της ένταξης του κεφαλαιοποιητικού παράγοντα στο σύστημα. Έχει ακουστεί πολλές φορές και έχει αναπτυχθεί πλήρως η σχετική επιχειρηματολογία. Πάνω λοιπόν σε αυτή τη βάση πρέπει να γίνει το βήμα παραπάνω. Ο κεφαλαιοποιητικός συνταξιοδοτικός παράγοντας να αποτελεί μέρος του συστήματος και όχι αντικείμενο εργοδοτικής ή προσωπικής πρωτοβουλίας. Κάνοντας μια πολύ μικρή παρένθεση θέλω να αναφέρω ότι οι νεότερες γενιές έχουν καταλάβει τη σημασία του και δείχνουν να το εμπεδώνουν όλο και περισσότερο και η μέριμνα για συνταξιοδοτική αποταμίευση είναι πλέον μέσα στις προτεραιότητες του κάθε πολίτη. Η αίσθηση εξασφάλισης που προστίθεται στην αξία ενός συνταξιοδοτικού λογαριασμού ή συνταξιοδοτικού προγράμματος, είναι κάτι που κυρίως λόγω της αβεβαιότητας που επικρατεί δείχνει να εκτιμάται και να εμπεδώνεται όλο και περισσότερο και κυρίως πιο συνειδητά.   Αυτή τη στιγμή εισφέρουμε όλοι πολύ (εργοδότες-εργαζόμενοι- κράτος) για να διατηρούμε ένα επίπεδο προστασίας εισοδήματος για τους  συνταξιούχους, το οποίο μάλιστα πολλές φορές δεν είναι σε ανεκτά όρια και επίσης πολλές φορές λαμβάνονται πρόσθετα μέτρα χρηματοδότησης. Ενδεικτικά:  κατώτατα όρια συντάξεων, ΕΚΑΣ,  ΟΓΑ. Έτσι, χάνεται η ανταποδοτικότητα άρα και η αίσθηση δικαιοσύνης και αποτελεσματικότητας του συστήματος αποδυναμώνεται, καθώς διαχέεται η έννοια της κρατικής κοινωνικής μέριμνας. Με το σύστημα που προτείνεται γίνεται απόλυτα διακριτή η κοινωνική προστασία μέσω της εξ’ ολοκλήρου ανάληψης απ’ ευθείας από το κράτος της ευθύνης  για την εξασφάλιση ελάχιστου μηνιαίου εισοδήματος για τους συνταξιούχους.   Δεν θα επαναλάβω τα όσα ανέλυσε λεπτομερώς πριν από λίγο η Άρτεμη. Νομίζω ότι είναι σαφές και καθαρό. Θα αναφερθώ λίγο λεπτομερέστερα στην οικονομική πλευρά. Το επιπλέον κόστος για την εξασφάλιση ενός επιπέδου διαβίωσης που περιλαμβάνει δύο επίπεδα προστασίας κυμαίνεται από 1,7% έως 2% του ΑΕΠ μακροπρόθεσμα και ο υπολογισμός έχει γίνει με βάση την προβολή πληθυσμού της Eurostat. Το δεύτερο επίπεδο προστασίας, αυτό δηλαδή που θα εξασφαλίζει εισόδημα σχεδόν διπλάσιο των σημερινών κατωτάτων συντάξεων θα αποδίδεται με εισοδηματικά κριτήρια, στα πρότυπα του σημερινού ΕΚΑΣ. Η εκτίμηση για το πλήθος των δικαιούχων θα ήταν περίπου 1,2 εκκατομμύρια σήμερα αυξανόμενο σταδιακά και ξεπερνώντας τα 2 εκκατομμύρια μακροπρόθεσμα. Βέβαια εάν και όσο βελτιώνεται η οικονομική κατάσταση και λειτουργία των ταμείων, ο αριθμός περιορίζεται συνεισφέροντας έτσι στην ελάτωση της ανάγκης για κρατική δαπάνη. Υπογραμμίζεται ξανά ότι για την συνολική μεταστροφή του συστήματος απαιτείται εύλογη μεταβατική περίοδος, αφού για παράδειγμα αυτή τη στιγμή η απονομή σε όλους τους άνω των 65 ετών ενός ποσού αντίστοιχου με την σύνταξη ανασφάλιστου υπερήλικα του ΟΓΑ θα είχε απαγορευτικό οικονομικό βάρος.   Θυμίζω ότι ήδη για την στήριξη του συνταξιοδοτικού συστήματος αυτή τη στιγμή δαπανάται από το κράτος παραπάνω από 5% του ΑΕΠ (επισημαίνεται ότι αυτό δεν περιλαμβάνει το σύνολο της θεσμοθετημένης χρηματοδότησης, αν δηλαδή  το κράτος απέδιδε πράγματι στους ασφαλιστικούς φορείς τα ποσά που αναφέρουν οι νόμοι το ποσοστό θα ήταν μεγαλύτερο) με τάση σαφώς ανοδική και αναμένεται να ξεπεράσει το 18%-19% του ΑΕΠ το 2050, ενώ θα έχει ξεπεράσει το 12% του ΑΕΠ το 2030.   Οι δυσκολίες για οποιαδήποτε μεταρρύθμιση Δυστυχώς όσο περνάνε τα χρόνια γίνεται όλο και περισσότερο αντιληπτό ότι οποιαδήποτε απόπειρα αλλαγής, ακόμη και σε μικρή κλίμακα, συναντά τεράστιες δυσκολίες. Δυστυχώς τα προβλήματα βρίσκονται σε όλα τα βήματα : Ø Διαβούλευση – διάλογος Ø Εκπόνηση μελετών Ø Αποφάσεις - Νομοθέτηση Ø Εφαρμογή των νομοθετικών ρυθμίσεων Βέβαια οι αφετηρίες όλων των δυσκολιών είναι κοινές και λίγο πολύ γνωστές. Η κακοπιστία των κοινωνικών εταιριών είναι σε μεγάλο βαθμό δικαιολογημένη λόγω της κρατικής αυθαιρεσίας και αφερεγγυότητας με αποτέλεσμα να μην γίνεται διάλογος ούτε καν τυπικά, πόσο μάλλον ουσιαστικά. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα αποφάσεις και κατά συνέπεια νομικές ρυθμίσεις αμφιβόλου αποτελεσματικότητας, τουλάχιστο σε οικονομικό επίπεδο. Όταν δε έρθει η ώρα οι ρυθμίσεις να εφαρμοστούν εκτός του ότι πρέπει να υπάρχει τέτοια βούληση και μάλιστα ακλόνητη και επίμονη αφού μόνο αυτονόητη δεν είναι η εφαρμογή των νόμων, ακόμα και τότε υπάρχει μεγάλη αντίσταση από πολύ βαθιά ριζωμένους και εδραιωμένους γραφειοκρατικούς και όχι μόνο μηχανισμούς και κατεστημένα που η ιστορία δείχνει ότι μπορούν να απαξιώσουν, να φθείρουν και ουσιαστικά να ματαιώσουν την οποιαδήποτε προσπάθεια για αλλαγές.

Διεύθυνση: Πατριάρχου Ιωακείμ 30 Αθήνα 10675 | Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο: info@epkodi.gr

Πολιτική Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων