Ο εφησυχασμός της κοινωνίας, η αδράνεια και ο συμβιβασμός είναι η αχίλλειος πτέρνα της δημοκρατίας και των θεσμών της

fb

Μακροοικονομία, Δημόσιο χρέος και Κοινωνική Ασφάλιση

ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ, ΥΓΕΙΑ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΟ ΧΡΕΟΣ: ΠΡΟΚΛΗΣΗ Η ΕΥΚΑΙΡΙΑ ΓΙΑ ΜΙΑ ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΗ ΣΤΡΑΤHΓΙΚΗ; ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΤΟΥΡΝΑΡΑΣ Καθηγητής Οικονομικών στο Εθνικό &Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών Διευθύνων Σύμβουλος στη ΚΑΠΠΑ Χρηματιστηριακή Εισαγωγή Η γήρανση του πληθυσμού που παρατηρείται στην μεγάλη πλειοψηφία των χωρών του πλανήτη έχει δυσμενείς επιπτώσεις στη δημοσιονομική κατάσταση των χωρών εκείνων στις οποίες παρουσιάζεται αυτό το φαινόμενο με οξύτητα. Αυτό αντανακλάται στις μελλοντικές δαπάνες υγείας, ιδιαίτερα όμως στις δαπάνες για συντάξεις. Δύο είναι οι βασικές δημογραφικοί παράμετροι που δημιουργούν αυτό το πρόβλημα: Η μείωση του ποσοστού γονιμότητας και το αυξημένο προσδόκιμο ζωής. Στο πρόβλημα αυτό προστίθενται και άλλα, όπως η συνταξιοδότηση της γενιάς που γεννήθηκε αμέσως μετά τον πόλεμο, όπως επίσης και αναλογιστικές δυσαναλογίες καθώς και οργανωτικές και θεσμικές δυσλειτουργίες. Οι πρωτοπόροι της οικονομικής σκέψης και πολιτικής έθεσαν έγκαιρα τα σχετικά ερωτήματα (Hansen, 1939, Keynes, 1937, Myrdal, 1940) η σημασία των οποίων όμως έγινε αντιληπτή αρκετά αργότερα, πιθανώς διότι ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος και η μετέπειτα ανοικοδόμηση άλλαξε τις προτεραιότητες. Η Ελλάδα ανήκει στις χώρες εκείνες όπου το συνταξιοδοτικό πρόβλημα τίθεται με οξύτητα και προκαλεί ερωτηματικά για τις μακροπρόθεσμες δημοσιονομικές εξελίξεις. Δεδομένου μάλιστα ότι οι συντάξεις στην Ελλάδα αποτελούν και το σημαντικότερο μέσο κοινωνικής πολιτικής και οι ηλικιωμένοι αποτελούν πληθυσμιακή ομάδα πολλά μέλη της οποίας βρίσκονται στο όριο (ή και κάτω απο αυτό) της φτώχειας, γίνεται αντιληπτό ότι η αντιμετώπιση του ασφαλιστικού αποτελεί προτεραιότητα, και ενδεχόμενη αγνόησή του θέτει σε κίνδυνο τα θεμέλια πάνω στα οποία στηρίζεται η οικονομία και το κοινωνικό κράτος. Παρά την κρατούσα άποψη ότι η γήρανση του πληθυσμού προκαλεί υποβάθμιση του επιπέδου ευημερίας και έχει αρνητικές επιπτώσεις στο ρυθμό της οικονομικής ανάπτυξης, αυτό δεν είναι βέβαιο, αφού δεν προκύπτει απο την ιστορική πραγματικότητα ή απο τη θεωρητική ανάλυση (δες,μεταξύ άλλων, Hagemann and Nicoletti, 1989), εφόσον το διαθέσιμο κεφάλαιο ανά απασχολούμενο θα είναι περισσότερο, ενώ και η τεχνολογική πρόοδος επιδρά θετικά στην παραγωγικότητα και την ανάπτυξη1. Αναμφισβήτητα όμως, αποτελεί μείζον πρόβλημα, η επιτυχής αντιμετώπιση του οποίου είναι ενδεχομένως η μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετωπίζουν οι σύγχρονες κοινωνίες και οικονομίες. Για τις αναπτυσσόμενες και ιδιαίτερα τις φτωχότερες χώρες του πλανήτη, το πρόβλημα συνδέεται άμεσα με τη φτώχεια, είναι οξύτερο και απαιτεί κινητοποίηση και δράση από τις πλουσιότερες χώρες αφού τα μέσα στη διάθεση των φτωχότερων χωρών είναι περιορισμένα (δες, μεταξύ άλλων, Blackburn, 2007).       Το πρόβλημα   Σύμφωνα με εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής οι επιπτώσεις της γήρανσης του πληθυσμού στις δημόσιες δαπάνες Υγείας θεωρούνται περισσότερο ελεγχόμενες από αυτές της Κοινωνικής Ασφάλισης (Πίνακας 1). ΠΙΝΑΚΑΣ  1

Ποσοστό εξάρτησης ηλικιωμένων απο νέους και δαπάνες σχετιζόμενες με τη γήρανση του πληθυσμού

 

Χώρα

Ποσοστό γονιμότητας

Ποσοστό εξάρτησης

Συντάξεις

Δημόσιες Δαπάνες Υγείας

(1)

(2)

(% ΑΕΠ)

(% ΑΕΠ)

2004

2050

2004

2050

2004

2050

2004

2050

ΒΕΛΓΙΟ

1.6

1.7

26.1

47.2

10.4

15.5

6.2

7.6

ΔΑΝΙΑ

1.8

1.8

22.5

41.9

9.5

12.8

6.9

7.8

ΓΕΡΜΑΝΙΑ

1.4

1.5

26.8

51.7

11.4

13.1

6.0

7.2

ΕΛΛΑΔΑ*

1.3

1.5

26.4

60.4

12.0

24.0

5.1

6.8

ΙΣΠΑΝΙΑ

1.3

1.4

24.6

65.6

8.6

15.7

6.1

8.3

ΓΑΛΛΙΑ

1.9

1.9

25.2

46.4

12.8

14.8

7.7

9.5

ΙΡΛΑΝΔΙΑ

2.0

1.8

16.4

45.2

4.7

11.1

5.3

7.3

ΙΤΑΛΙΑ

1.3

1.4

28.9

62.2

14.2

14.7

5.8

7.1

ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟ

1.7

1.8

21.0

36.1

10.0

17.4

5.1

6.3

ΟΛΛΑΝΔΙΑ

1.8

1.8

20.5

40.6

7.7

11.2

6.1

7.4

ΑΥΣΤΡΙΑ

1.4

1.5

22.8

52.4

13.4

12.2

5.3

6.8

ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΑ

1.5

1.6

24.9

58.5

11.1

20.8

6.7

7.2

ΦΙΝΛΑΝΔΙΑ

1.8

1.8

23.3

46.7

10.7

13.7

5.6

7.0

ΣΟΥΗΔΙΑ

1.7

1.9

26.4

40.9

10.6

11.2

6.7

7.7

ΗΝ.ΒΑΣΙΛΕΙΟ

1.7

1.8

24.3

45.0

6.6

8.6

7.0

8.9

ΚΥΠΡΟΣ

1.5

1.5

17.5

43.2

6.9

19.8

2.9

4.0

ΤΣΕΧΙΑ

1.2

1.5

19.7

54.8

8.5

14.0

6.4

8.4

ΕΣΘΟΝΙΑ

1.4

1.6

23.8

43.1

6.7

4.2

5.4

6.5

ΟΥΓΓΑΡΙΑ

1.3

1.6

22.6

48.3

10.4

16.9

5.5

6.5

ΛΙΘΟΥΑΝΙΑ

1.3

1.6

22.3

44.9

6.7

8.6

3.7

4.6

ΛΕΤΟΝΙΑ

1.3

1.6

23.6

44.1

6.8

5.6

5.1

6.2

ΜΑΛΤΑ

1.7

1.6

19.0

40.6

7.4

7.0

4.2

6.1

ΠΟΛΩΝΙΑ

1.2

1.6

18.6

51.0

13.9

8.0

4.1

5.5

ΣΛΟΒΑΚΙΑ

1.2

1.6

16.3

50.6

7.2

9.0

4.4

6.3

ΣΛΟΒΕΝΙΑ

1.2

1.5

21.4

55.6

11.0

18.3

6.4

8.0

EΕ-25

1.5

1.6

24.5

51.4

10.6

12.8

6.4

7.9

EΕ-15

1.5

1.6

25.6

51.6

10.6

12.9

6.4

8.1

ΖΩΝΗ ΕΥΡΩ

1.5

1.6

25.9

53.6

11.5

14.1

6.3

7.8

(1) Το ποσοστό γονιμότητας είναι ο αριθμός των παιδιών ανά γυναίκα γόνιμης ηλικίας

(2) Το ποσοστό εξάρτησης είναι ο λόγος του αριθμού των πολιτών ηλικίας 65 και άνω προς τον αριθμό των πολιτών στην ηλικιακή κατηγορία 15 - 64

(*) Για την Ελλάδα τα στοιχεία για τις συντάξεις δεν είναι επικαιροποιημένα (δηλαδή του 2005) αλλά προγενέστερα, απο προβολές της Επιτροπής Οικονομικής Πολιτικής (EPC)

Πηγή : Beetsma, R. and H. Oksanen (2007) : “Pension Systems, Ageing and the Stability and Growth Pact” European Commission, European Economy, Special Report.

      Σύμφωνα με τα στοιχεία του Πίνακα 1,τα οποία έχουν προέλθει απο τα κράτη – μέλη, με υποθέσεις που έχουν τεθεί απο την Επιτροπή Οικονομικής Πολιτικής (EPC) της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ), οι δημόσιες δαπάνες υγείας σε όλα τα κράτη μέλη αυξάνουν την περίοδο αναφοράς (2004-2050) μια έως δύο εκατοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ. Αντίθετα, οι μεταβολές των δαπανών για συντάξεις ποικίλουν και είναι πολύ μεγαλύτερες : μειώνονται απο μια έως πέντε εκατοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ σε ορισμένα κράτη μέλη της ΕΕ απο τη ‘Νέα Ευρώπη’ (Πολωνία, Λετονία κ.λ.π.) ενώ αυξάνονται δραματικά, έως και δώδεκα εκατοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ, στην Ελλάδα, την Κύπρο, την Πορτογαλία. Με αρκετή δόση αφαίρεσης, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι το πρόβλημα των μελλοντικών δημόσιων δαπανών υγείας είναι κυρίως πρόβλημα οργάνωσης και αποτελεσματικότητας του συστήματος και δευτερευόντως πρόβλημα πόρων. Αντίθετα, το πρόβλημα των δαπανών για συντάξεις είναι κυρίως πρόβλημα πόρων και δευτερευόντως πρόβλημα οργάνωσης και αποτελεσματικότητας. Πάντως και τα δύο αυτά στοιχεία συνυπάρχουν και στις δύο περιπτώσεις, ιδιαίτερα στην Ελλάδα με το κατακερματισμένο και γεμάτο εξαιρέσεις ασφαλιστικό σύστημα. Πρέπει επίσης να ληφθεί υπ’ όψη ότι στις χώρες – μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) το σύστημα Κοινωνικής Ασφάλισης είναι σχεδόν αποκλειστικά δημόσιου χαρακτήρα, ενώ στα συστήματα υγείας συμμετέχει ενεργά και ο ιδιωτικός τομέας.   Γήρανση και Δημόσιο Χρέος   Ο πιο σωστός τρόπος εκτίμησης της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας της δημοσιονομικής κατάστασης μιας χώρας είναι η προβολή στο μέλλον του λόγου ‘Δημόσιο Χρέος/ΑΕΠ’. Πρόσφατα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκτίμησε το ποσοστό αυτό και για τις 25 χώρες – μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης μέχρι το 2050 κάτω απο την βασική υπόθεση των ‘αμετάβλητών πολιτικών’ και με τη χρήση ενός ‘σεναρίου βάσης’ (Πίνακας 2)    

Πίνακας 2

Προβολή του Δημόσιου Xρέους ως % του ΑΕΠ έως το 2050

2004

ΣΕΝΑΡΙΟ ΒΑΣΗΣ1

2010

2030

2050

ΒΕΛΓΙΟ

96.6

75.7

24.7

28.8

ΤΣΕΧΙΑ

38.6

41.4

83.2

305.8

ΔΑΝΙΑ

24.8

9.8

-28,1

-23.1

ΓΕΡΜΑΝΙΑ

65.5

62.2

39.6

23.0

ΕΣΘΟΝΙΑ

4.8

2.2

-22.8

-84.2

ΕΛΛΑΔA

110.5

94.7

139.5

403.3

ΙΣΠΑΝΙΑ*

49.0

35.1

4.3

55.9

ΓΑΛΛΙΑ

64.8

59.0

89.5

219.3

ΙΡΛΑΝΔΙΑ*

21.7

12.0

12.0

62.6

ΙΤΑΛΙΑ

106.0

90.7

31.2

-5.7

ΚΥΠΡΟΣ*

73.8

46.9

36.6

83.2

ΛΕΤΟΝΙΑ

14.2

15.1

35.4

109.3

ΛΙΘΟΥΑΝΙΑ

20.1

19.1

20.9

76.7

ΛΟΞΕΜΒΟΥΡΓΟ

5.0

5.8

31.8

74.4

ΟΥΓΓΑΡΙΑ

57.3

45.8

42.4

49.9

ΜΑΛΤΑ

73.2

65.8

64.1

60.1

ΟΛΛΑΝΔΙΑ

56.3

55.6

81.9

154.5

ΑΥΣΤΡΙΑ

64.2

54.2

16.4

-18.6

ΠΟΛΩΝΙΑ

45.9

44.9

-8.3

-68.8

ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΑ

ΣΛΟΒΕΝΙΑ

30.2

25.9

37.7

187.4

ΣΛΟΒΑΚΙΑ

43.0

46.0

56.2

110.6

ΦΙΝΛΑΝΔΙΑ*

6.4

-4.5

-30.5

-13.7

ΣΟΥΗΔΙΑ*

28.8

17.7

3.5

59.6

ΗΝ.ΒΑΣΙΛΕΙΟ

40.9

42.7

52.5

89.9

1 Το σενάριο βάσης στηρίζεται σε προβολές που έγιναν απο τις υπηρεσίες της Ευρωπαικής Επιτροπής λαμβάνοντας ως βάση τα προβλεπόμενα δημοσιονομικά αποτελέσμάτα και στοιχεία του έτους 2008, τα οποία περιέχονται στα Προγράμματα Σταθερότητας και Ανάπτυξης των χωρών – μελών.

* Προσαρμοσμένο Ακαθάριστο Χρέος

Πηγή : European Commission (2005) : Public Finances in EMU

    Ανάλογα με το αποτέλεσμα, τις κατέταξε σε «υψηλού», «μέσου», και «χαμηλού» κινδύνου δημοσιονομικής εκτροπής. Η Ελλάδα, μαζί με την Ουγγαρία, την Κύπρο, την Πορτογαλία, την Τσεχία και την Σλοβενία κατατάχτηκαν στις χώρες υψηλού κινδύνου. Η βασική αιτία της δυσμενούς δημοσιονομικής εξέλιξης για όλες σχεδόν τις χώρες υψηλού κινδύνου είναι η μεγάλη αύξηση (υπερδιπλασιασμός) του ποσοστού εξάρτησης των ηλικιωμένων απο τους νεώτερους μεταξύ του 2004 και του 2050, και η συνακόλουθα μεγάλη αύξηση (περίπου διπλασιασμός) του ποσοστού των συντάξεων στο ΑΕΠ και του δημοσίου χρέους (Πίνακας 1 και 2). Πάντως πρέπει να επισημανθεί ότι η εξέλιξη του λόγου του χρέους έχει σχήμα U, δηλαδή πρώτα βελτιώνεται και μετά, γύρω στο 2030, χειροτερεύει εξ αιτίας της γήρανσης του πληθυσμού. Αυτό είναι το περίφημο ‘παράθυρο ευκαιρίας’ δηλαδή ένας αριθμός ετών στην διάρκεια των οποίων δεν υπάρχει χειροτέρευση του λόγου του χρέους.   Εάν η πραγματικότητα εξελιχθεί όπως στον Πίνακα 2, είναι προφανές ότι, μακροπρόθεσμα, γεννώνται μείζονα ζητήματα. Παρόμοιες δημοσιονομικές εξελίξεις δεν είναι συνεπείς με το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης και τη Συνθήκη, ενώ ακόμα και αν δεν υπήρχαν αυτές οι συμβατικές υποχρεώσεις, η πιστοληπτική ικανότητα της Ελλάδας θα έπεφτε σε επίπεδα που στην ουσία θα ήταν απαγορευτικά για τη χρηματοδότηση του δημοσίου χρέους. Ο Πίνακας 3 δείχνει πώς ένας απο τους πλέον γνωστούς οίκους αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας (Standard & Poor’s) εκτιμά την εξέλιξη του δημοσίου χρέους της Ελλάδος και την αντίστοιχη βαθμολογία της πιστοληπτικής της ικανότητας αν το σενάριο αυτό εξέλιξης του δημοσίου χρέους πραγματοποιηθεί :    

Πίνακας 3

Δημόσιο χρέος και Πιστοληπτική ικανότητα της Ελλάδος

Δημόσιο Χρέος

Βαθμός Πιστοληπτικής

(% ΑΕΠ)

Ικανότητας

2006

104.6

Α

2010

92.0

Α

2020

103.0

ΒΒΒ

2040

265.0

Speculative (κερδοσκοπικό)

2050

436.0

Speculative (κερδοσκοπικό)

Πηγή : Standard & Poor’s ( 2007) : ‘What a Change a Year makes : Standard & Poor’s 2007 Global Graying Progress Report, Σεπτέμβριος.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η μεθοδολογία, οι υποθέσεις και η προσέγγιση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στο θέμα αυτό γεννούν αρκετά ερωτηματικά. Θα μπορούσε κάποιος να εντοπίσει σοβαρά μεθοδολογικά προβλήματα, ενώ οι υποθέσεις, ιδιαίτερα οι μακροοικονομικές (π.χ. ο εξαιρετικά χαμηλός ρυθμός οικονομικής ανάπτυξης) αλλά και οι υποθέσεις για τον δείκτη αύξησης της δαπάνης ανα συνταξιούχο, ο μη συνυπολογισμός των λοιπών εσόδων (φόροι υπερ τρίτων, επιχορηγήσεις προϋπολογισμού κ.λ.π.) προβληματίζουν. Για παράδειγμα, η υπόθεση ότι το πραγματικό επιτόκιο δανεισμού του δημοσίου, r, θα είναι σημαντικά υψηλότερο (κατά δύο εκατοστιαίες μονάδες) του ρυθμού ανάπτυξης, g, κατά την διάρκεια της προβολής μέχρι το 2050, βρίσκεται σε ισχυρή αντίθεση με την ιστορική πραγματικότητα, ιδιαίτερα των τελευταίων ετών, ενώ γεννά και σημαντικά μεθοδολογικά προβλήματα (δες Παράρτημα:απλά, αν r>g, το δημόσιο χρέος ως ποσοστό το ΑΕΠ αυξάνει χωρίς όριο είτε με γήρανση του πληθυσμού, είτε όχι!) Επίσης ερωτηματικά προκαλεί η πολύ μεγάλη αύξηση του λόγου ‘συντάξεις προς ΑΕΠ’ και του λόγου του δημοσίου χρέους ως προς το ΑΕΠ της Ελλάδας σε σχέση με της Ιταλίας, ενώ τόσο οι δημογραφικές παράμετροι όσο και οι αναλογιστικές παράμετροι εσόδων και δαπανών του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης των δύο αυτών χωρών δεν διαφέρουν σημαντικά. Ανεξάρτητα όμως των αντιρρήσεων που μπορεί να υπάρχουν, το αποτέλεσμα και η πραγματικότητα παραμένουν δυσμενείς, όπως μπορεί κάποιος εύκολα να επιβεβαιώσει ακόμα και με περισσότερο αισιόδοξες υποθέσεις κάνοντας χρήση της εξίσωσης (2) του Παραρτήματος. Μόνο αν αλλάξει ουσιαστικά (ανατραπεί) το σενάριο της εξέλιξης της διαφοράς του ρυθμού οικονομικής ανάπτυξης απο το πραγματικό επιτόκιο, σε συνδυασμό με περιορισμό των πρωτογενών ελλειμάτων της γενικής κυβέρνησης, μπορεί το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ να παραμείνει σε ανεκτά επίπεδα. Οι προτάσεις που αναπτύσσονται παρακάτω αποβλέπουν ακριβώς σ’ αυτήν την ανατροπή.   Προτάσεις Ενα σημαντικό πρόβλημα στη χώρα μας είναι ότι η κοινή γνώμη είναι ανεπαρκώς ενημερωμένη για τις εξελίξεις αυτές, κυρίως διότι οι διαμορφωτές της είτε υποεκτιμούν, είτε υπερεκτιμούν το πρόβλημα. Ένα θετικό στοιχείο είναι το λεγόμενο ‘παράθυρο ευκαιρίας’ που προαναφέρθηκε, δηλαδή ότι οι αναλογιστικές παράμετροι είναι τέτοιες ώστε η χειροτέρευση των μεγεθών συμβαίνει αρκετά αργότερα, μετά το 2015.Ορισμένοι, λίγοι, πολιτικοί και αναλυτές που θέτουν με παρρησία το πρόβλημα, προτείνουν άμεσες παραμετρικές λύσεις, δηλαδή λύσεις που περιορίζονται εντός του υπάρχοντος διανεμητικού (pay – as – you – go) συστήματος κοινωνικής ασφάλισης. Οι λύσεις όμως αυτές δεν είναι οι καλύτερες δυνατές, διότι ο προβλεπόμενος διπλασιασμός του ποσοστού εξάρτησης των ηλικιωμένων απο τους νεώτερους απαιτεί είτε διπλασιασμό του ποσοστού της μέσης εισφοράς, είτε μείωση του ποσοστού αναπλήρωσης των συντάξεων στο ήμισυ (όταν μάλιστα το 70% των συντάξεων του Ι.Κ.Α είναι ήδη στο όριο της φτώχειας), είτε επέκταση του ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης κατά 8 έως 10 χρόνια. Πέραν των προφανών κοινωνικών επιπτώσεων, τέτοιου είδους μεταβολή των παραμέτρων επιφέρει σημαντικό κόστος στην υπόλοιπη οικονομία και επηρεάζει αρνητικά την ανταγωνιστικότητα, όπως π.χ. η αύξηση των εισφορών, ενώ δεν πρέπει να αγνοείται και η κατανομή του κόστους μεταξύ των γενεών (Τήνιος, 2003). Απο τις παραμετρικές λύσεις, η πλέον ήπια και με το μικρότερο οικονομικό και κοινωνικό κόστος είναι η επέκταση του ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης, ιδιαίτερα μάλιστα όταν συνδυάζεται με κίνητρα παραμονής στην εργασία,και έχει εφαρμοστεί σε αρκετές χώρες που επιχείρησαν τη μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού τους συστήματος (δες, μεταξύ άλλων Buti et.al, 1999) εντός των ορίων του διανεμητικού συστήματος. Ορισμένοι, οι περισσότεροι, πολιτικοί και αναλυτές προτείνουν απλώς χρηματοδότηση του συστήματος. Αυτό όμως, απο μόνο του, δεν αποτελεί λύση αφού, όπως ήδη εξηγήθηκε παραπάνω, χρηματοδότηση τέτοιων ελλειμμμάτων δεν είναι εφικτή. Μια τρίτη ομάδα (δες, μεταξύ άλλων, Borsch – Supan και Τήνιος, 2001, Τήνιος 2003) προτείνει εισαγωγή ενός δεύτερου πυλώνα κεφαλαιοποιητικού χαρακτήρα (funded system), ο οποίος θα συνυπάρχει με ένα βελτιωμένο διανεμητικό σύστημα. Η διεθνής εμπειρία αυτών των λύσεων είναι πλούσια, και έχει στο ένα άκρο το παράδειγμα της Χιλής, όπου το κεφαλαιοποιητικό σύστημα είναι ιδιωτικό και αναπτύσσεται υποχρεωτικά σε βάρος του διανεμητικού, και στο άλλο έχει το παράδειγμα της Σουηδίας, όπου το κεφαλαιοποιητικό σύστημα εισάγεται συμπληρωματικά στο διανεμητικό μέσω ατομικών λογαριασμών, όπου ο κάθε εργαζόμενος αποταμιεύει υποχρεωτικά ένα ποσοστό του μισθού του (Folster, 1999, Τήνιος, 2003). Η συζήτηση που έχει γίνει μεταξύ των ειδικών καταλήγει ότι ακραία παραδείγματα τύπου Χιλής δεν μπορούν να εφαρμοστούν στην Ευρώπη, όπου υπάρχει ένα καθιερωμένο και κοινωνικά αποδεκτό κράτος – ευημερίας, δομημένο γύρω απο το διανεμητικό ασφαλιστικό σύστημα (Buti et.al,1999). Πέραν αυτού, υπάρχουν και σημαντικά τεχνικά μειονεκτήματα όπως : - Απαιτείται χρόνος για τη συσσώρευση του αποθεματικού. - Υπάρχει ο επενδυτικός κίνδυνος (ρίσκο) των αγορών. - Μια γενιά ασφαλισμένων (η μεταβατική) θα επιβαρυνθεί υπέρμετρα, αφού θα πληρώσουν και για τους ίδιους και για τους γονείς τους. - Υπάρχουν σοβαρά διοικητικά και οικονομικά προβλήματα (Πώς και απο ποιούς θα διοικηθεί αυτό το σύστημα; Ποιούς θα συμπεριλάβει; Θα ξεκινήσει απο την αρχή ή ένα μέρος των υπαρχουσών εισφορών θα μεταβιβαστεί σ’ αυτό; Το Δημόσιο θα αναγνωρίσει, και θα συμπεριλάβει στο Δημόσιο Χρέος, το αναλογιστικό έλλειμμα του υπάρχοντος συστήματος;) Στο σημείο αυτό πρέπει να τονιστεί ότι σύμφωνα με τη λεγόμενη ‘συνθήκη του Aaron’(Aaron,1966), τα διανεμητικά συστήματα έχουν καλύτερη επίδοση απο τα κεφαλαιοποιητικά όταν το άθροισμα της ποσοστιαίας μεταβολής των πραγματικών μισθων και της ποσοστιαίας μεταβολής της απασχόλησης είναι μεγαλύτερο απο το πραγματικό επιτόκιο της αγοράς, και αντιστρόφως. Άρα και πάλι το κρίσιμο ερώτημα που τίθεται είναι πως θα εξελιχθεί στο μέλλον η διαφορά μεταξύ του ρυθμού ανάπτυξης της οικονομίας, g, και του πραγματικού επιτοκίου, r. Αν g>r, το διανεμητικό υπερέχει. Αν g

ΠΙΝΑΚΑΣ 4

Δομή του ΑΕΠ της Ε.Ε.15, 1983

Κατανάλωση (%)

Επενδύσεις(%)

Εξαγωγές (%)

Εισαγωγές (%)

ΑΥΣΤΡΙΑ

77,1

20,6

33,5

32,6

ΒΕΛΓΙΟ

82,4

17,3

69,4

69,1

ΔΑΝΙΑ

80,1

18,1

35,8

33,9

ΦΙΛΑΝΔΙΑ

73,0

27,0

29,5

29,5

ΓΑΛΛΙΑ

80,3

21,1

21,4

22,8

ΓΕΡΜΑΝΙΑ

82,0

22,7

22,2

25,5

ΕΛΛΑΔΑ

82,9

24,1

20,1

27,2

ΙΡΛΑΝΔΙΑ

83,0

22,8

48,9

52,8

ΙΤΑΛΙΑ

76,6

22,9

21,6

21,2

ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟ

78,7

21,7

95,2

96,2

ΟΛΛΑΝΔΙΑ

77,2

19,6

56,0

52,8

ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΑ

82,0

29,4

27,7

37,8

ΙΣΠΑΝΙΑ

79,3

21,5

19,8

20,6

ΣΟΥΗΔΙΑ

78,7

19,0

35,4

33,1

ΗΝ. ΒΑΣΙΛΕΙΟ

81,8

17,5

26,4

25,6

Δομή του ΑΕΠ της Ε.Ε.15, 1993

Κατανάλωση (%)

Επενδύσεις(%)

Εξαγωγές (%)

Εισαγωγές (%)

ΑΥΣΤΡΙΑ

77,3

22,4

33,1

32,5

ΒΕΛΓΙΟ

76,2

20,2

64,5

60,9

ΔΑΝΙΑ

76,8

16,4

35,4

28,6

ΦΙΛΑΝΔΙΑ

78,3

16,1

32,1

27,4

ΓΑΛΛΙΑ

80,3

18,2

20,7

19,2

ΓΕΡΜΑΝΙΑ

77,3

22,5

22,8

22,6

ΕΛΛΑΔΑ

87,7

20,4

17,2

25,3

ΙΡΛΑΝΔΙΑ

75,3

15,1

66,0

55,4

ΙΤΑΛΙΑ

78,4

18,4

22,3

19,0

ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟ

66,5

24,3

103,2

94,0

ΟΛΛΑΝΔΙΑ

74,5

19,9

52,5

47,0

ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΑ

84,7

22,2

26,6

33,6

ΙΣΠΑΝΙΑ

79,5

21,3

18,3

19,1

ΣΟΥΗΔΙΑ

80,9

15,3

31,9

28,2

ΗΝ. ΒΑΣΙΛΕΙΟ

85,2

15,8

25,5

26,5

Δομή του ΑΕΠ της Ε.Ε.15, 2003

Κατανάλωση (%)

Επενδύσεις(%)

Εξαγωγές (%)

Εισαγωγές (%)

ΑΥΣΤΡΙΑ

74,1

21,9

48,2

44,3

ΒΕΛΓΙΟ

77,2

19,0

81,5

77,7

ΔΑΝΙΑ

73,8

20,0

42,6

36,4

ΦΙΛΑΝΔΙΑ

74,0

18,9

37,1

30,6

ΓΑΛΛΙΑ

79,8

18,9

25,8

24,6

ΓΕΡΜΑΝΙΑ

78,2

17,5

36,1

31,8

ΕΛΛΑΔΑ

83,2

25,7

19,8

28,7

ΙΡΛΑΝΔΙΑ

61,0

24,0

83,7

68,2

ΙΤΑΛΙΑ

79,9

19,5

25,8

25,2

ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟ

60,1

21,1

137,4

118,7

ΟΛΛΑΝΔΙΑ

74,8

20,2

61,5

56,5

ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΑ

83,2

23,2

30,1

36,5

ΙΣΠΑΝΙΑ

75,7

26,0

27,8

29,4

ΣΟΥΗΔΙΑ

77,1

16,2

43,8

37,1

ΗΝ. ΒΑΣΙΛΕΙΟ

86,4

16,5

25,4

28,3

Πηγή: OECD, National Accounts

        Οι δύο αυτές αναγκαίες προϋποθέσεις (οι οποίες μπορούν να ονομαστούν ‘προϋποθέσεις αποτελεσματικότητας’) εξασφαλίζουν, εάν υλοποιηθούν, πόρους για τη χρηματοδότηση των συντάξεων. Οι πόροι αυτοί μπορούν να κατανεμηθούν διαχρονικά στο ασφαλιστικό σύστημα κυρίως μέσω της λειτουργίας του υπάρχοντος διανεμητικού συστήματος4 αλλά και με την συνδρομή επιπρόσθετων μέσων πολιτικής όπως: - εξοικονόμηση δημοσίων δαπανών (π.χ.αμυντικών) - συμμετοχή των φορολογικών και άλλων κρατικών εσόδων (π.χ. απο ιδιωτικοποιήσεις) στη χρηματοδότηση των συντάξεων - σταδιακή εισαγωγή πυλώνων κεφαλαιοποιητικού χαρακτήρα κατά το Σουηδικό πρότυπο. Τόσο η εφαρμογή μέτρων για την υλοποίηση των δύο προϋποθέσεων αποτελεσματικότητας όσο και η εφαρμογή των μέτρων για την κατανομή των πόρων που εξοικονομούνται στο ασφαλιστικό σύστημα απαιτούν μια ‘ εθνική συμφωνία’ ή ένα ‘κοινωνικό συμβόλαιο’ μέσω του οποίου είναι δυνατόν να καμφθούν συντεχνιακά συμφέροντα ή μυωπικές συμπεριφορές (Esping – Andersen,1996). Αυτή η εθνική συμφωνία ή κοινωνικό συμβόλαιο στηρίζεται στην αποδοχή του διανεμητικού ως κυρίαρχου συστήματος και μπορεί να αναπτυχθεί γύρω απο τις ακόλουθες δέκα προτάσεις : 1) ΡΕΑΛΙΣTIKΕΣ ΚΑΙ ΑΠΟΔΕΚΤΕΣ ΜΑΚΡΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΚΑΙ ΔΗΜΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ. Οι μακροπρόθεσμες προβλέψεις για το ασφαλιστικό σύστημα πρέπει να είναι ρεαλιστικές και να περιλαμβάνουν όχι μόνο προβλέψεις για συντάξεις και εισφορές, αλλά και για τα λοιπά έσοδα του συστήματος, όπως είναι οι επιχορηγήσεις του προϋπολογισμού που προκύπτουν απο την εφαρμογή της κείμενης νομοθεσίας, τα έσοδα απο φόρους υπέρ τρίτων κ.λ.π.. Παράλληλα, οι προβλέψεις για το ασφαλιστικό πρέπει να γίνονται σε ενιαίο δημοσιονομικό πλαίσιο, όπου θα προβλέπεται και η εξέλιξη του δημόσιου χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ, ενδεχομένως με τη χρήση εθνικολογιστικών στοιχείων προκειμένου να είναι δυνατή η συνεκτίμηση των καθαρών ροών μεταξύ τομέων της γενικής κυβέρνησης (π.χ. επιχορηγήσεις του προϋπολογισμού προς το ασφαλιστικό σύστημα, έσοδα απο φόρους υπέρ τρίτων). Μια παλαιότερη εκτίμηση της εξέλιξης του λόγου του δημοσίου χρέους προς το ΑΕΠ με αυτή τη μέθοδο έγινε απο τον Στουρνάρα (1993). 2) ΒΕΛΤΙΩΣΗ ΥΠΑΡΧΟΝΤΟΣ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ Εξάντληση των μέτρων εξορθολογισμού του υπάρχοντος διανεμητικού ασφαλιστικού συστήματος και ποσοτική εκτίμηση του οφέλους απο τα μέτρα αυτά (άρση κατακερματισμού με ενοποιήσεις ομοειδών Ταμείων, κατάργηση των ποικίλων εξαιρέσεων συντεχνιακού χαρακτήρα, μέτρα κατά της εισφοροδιαφυγής, θέσπιση ασφαλιστικού μητρώου, ένταξη ανασφάλιστων εργαζομένων στο σύστημα, μηχανοργάνωση, διαφάνεια, αποκατάσταση αναλογιστικής δικαιοσύνης κ.λ.π.) χρησιμοποιώντας ως κοινό παρονομαστή για όλο το ασφαλιστικό σύστημα τις παραμέτρους του Ι.Κ.Α. Αυτό υπαγορεύεται τόσο απο λόγους βιωσιμότητας όσο και απο λόγους κοινωνικής δικαιοσύνης. 3)ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΠΟΙΗΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΑ ΣΤΟ ΔΙΑΝΕΜΗΤΙΚΟ. Εισαγωγή στοιχείων κεφαλαιοποιητικού χαρακτήρα συμπληρωματικά στο διανεμητικό σύστημα (π.χ. για επικουρικές συντάξεις) για τους νέους ασφαλισμένους, (π.χ. μέσω ατομικών λογαριασμών) και με δυνατότητα επιλογής για τους παλαιούς, αξιοποιώvτας την εμπειρία άλλων ευρωπαϊκών χωρών (Σουηδίας, Ολλανδίας, Γερμανίας) και ποσοτική εκτίμηση του οφέλους. 4) ΝΕΟ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟ ΑΠΟΘΕΜΑΤΙΚΟ ΑΠΟ ΙΔΙΩΤΙΚΟΠΟΙΗΣΕΙΣ Δημιουργία νέου ασφαλιστικού αποθεματικού απο τα έσοδα των ιδιωτικοποιήσεων υπο δημόσιο έλεγχο και διαχείριση, και ποσοτική εκτίμηση της συμβολής αυτού του αποθεματικού σε βάθος χρόνου. Η διαχείριση μπορεί να γίνεται κατά το πρότυπο της επαγγελματικής διαχείρισης των αμοιβαίων κεφαλαίων του ΙΚΑ και των διαθεσίμων του ασφαλιστικού ταμείου εργαζομένων του ΟΤΕ. 5) ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΛΗΡΗ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ Η εμπειρία δείχνει ότι για την αύξηση της απασχόλησης, ιδιαίτερα των νέων, οι υψηλοί ρυθμοί οικονομικής ανάπτυξης είναι αναγκαία αλλά όχι και ικανή συνθήκη. Απαιτούνται επίσης διαρθρωτικές πολιτικές, όπως συνεχής εκπαίδευση και επιμόρφωση (‘δια βίου μάθηση’), ενδεχόμενη επιδότηση του εργασιακού κόστους στην περίπτωση των νέων, και εκσυγχρονισμός των κανονισμών εργασίας στο δημόσιο και ευρύτερο δημόσιο τομέα, με στόχο την αύξηση της παραγωγικότητος και την καλύτερη εξυπηρέτηση των πολιτών. Τα σκανδιναβικά υποδείγματα, όπου ένα ‘κοινωνικό δίχτυ ασφαλείας’ υποβοηθά την μετακίνηση του εργατικού δυναμικού απο οικονομικές δραστηριότητες που ‘δύουν’ σε οικονομικές δραστηριότητες που ‘ανατέλλουν’, μπορεί επίσης να αποτελέσουν χρήσιμο παράδειγμα προς συζήτηση μεταξύ των κοινωνικών εταίρων και της πολιτείας στο πλαίσιο μιας ευρύτερης εθνικής στρατηγικής για το ασφαλιστικό, με στόχο την πλήρη απασχόληση. 6) ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΠΤΥΞΗ Απο την πλευρά της συνολικής προσφοράς, και του δυνητικού προϊόντος, τα περιθώρια για βελτίωση της ολικής παραγωγικότητας (total factor productivity) και ανταγωνιστικότητας είναι σημαντικά, αφού η Ελλάδα κατατάσσεται πολύ χαμηλά (65η μεταξύ 131 χωρών) στους διεθνείς δείκτες (World Economic Forum, 2007). Η έμφαση πρέπει να δοθεί στην Παιδεία, την Έρευνα και Τεχνολογία, τη Δημόσια Διοίκηση, τη μείωση της γραφειοκρατίας, ιδιαίτερα όσον αφορά την δημιουργία επιχειρήσεων, στην αποτελεσματικότητα, την εποπτεία και τον ανταγωνισμό στις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών, στην αξιολόγηση και τον έλεγχο των δημοσίων δαπανών, στην εισαγωγή ανταγωνισμού και επιλογής στην προσφορά δημοσίων υπηρεσιών, στην αποτελεσματικότητα του φορολογικού συστήματος καθώς και στις ξένες επενδύσεις ( Ράπανος,2007, Στουρνάρας, 2007, Χαρδούβελης, 2007). Απο την πλευρά της συνολικής ζήτησης, ο κύριος στόχος πρέπει να είναι η αύξηση του λόγου των εξαγωγών προς το ΑΕΠ. Η Ελλάδα είναι τελευταία, ως προς το ποσοστό αυτό, στην ΕΕ , αφού εξάγει σε προϊόντα και υπηρεσίες μόνο το 20% του ΑΕΠ, όταν άλλες μικρές-ανοιχτές οικονομίες εξάγουν το 50% έως το 80% του ακαθάριστου εθνικού τους προϊόντος. (Πίνακας 4 και Στουρνάρας, 2007). 7)   ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΘΝΙΚΗ ΑΠΟΤΑΜΙΕΥΣΗ Η Ελλάδα, αν και χώρα που θα αντιμετωπίσει οξύ ασφαλιστικό πρόβλημα στο μέλλον, καταναλώνει (ιδιωτική και δημόσια κατανάλωση) ένα απο τα υψηλότερα ποσοστά του ΑΕΠ σε σχέση με τους υπόλοιπους εταίρους της στην ΕΕ ενώ θα έπρεπε να αποταμιεύει (ιδιωτική και δημόσια αποταμίευση) ένα σχετικό υψηλό ποσοστό λόγω της προβλεπόμενης γήρανσης του πληθυσμού. (Στουρνάρας,2007). Η αύξηση της εθνικής αποταμίευσης πρέπει να προέλθει κυρίως απο τη μείωση των καταναλωτικών ελλειμμάτων του δημοσίου, με αξιολόγηση, έλεγχο και περιορισμό δαπανών (π.χ.αμυντικές δαπάνες) ή/και με διεύρυνση της φορολογικής βάσης μέσω ενός περισσότερο αποτελεσματικού φορολογικού συστήματος, το οποίο θα πρέπει επίσης να δίνει κίνητρα στην ιδιωτική αποταμίευση όταν αυτή αφορά στην συνταξιοδότηση. Η σταδιακή μετατροπή μέρους του ασφαλιστικού συστήματος σε κεφαλαιοποιητικό επίσης βοηθά προς την κατεύθυνση αυτή. 8) ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΓΙΑ ΤΗ ΓΟΝΙΜΟΤΗΤΑ. Μακροχρόνια στρατηγική για την αύξηση της γονιμότητας και για την εναρμόνιση της οικογενειακής και της εργασιακής ζωής, με σκοπό την ένταξη των γυναικών στην απασχόληση, μέσω της επαναθεώρησης της σχετικής πολιτικής και των κινήτρων για τα παιδιά (Συμεωνίδου και Μαγδαληνός, 2007 καθώς και Van Groezen et. al, 2003). 9) ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ Επαναθεώρηση της μεταναστευτικής πολιτικής, λαμβάνοντας υπ’ όψη τη συμβολή των μεταναστών στο ασφαλιστικό σύστημα, κυρίως όμως μέτρα ενσωμάτωσης των ήδη ευρισκομένων εδώ μεταναστών στο επίσημο σύστημα. Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι οι μετανάστες μπορεί να συμβάλουν θετικά στη λύση του προβλήματος της κοινωνικής ασφάλισης σε χώρες με στάσιμο πληθυσμό, αρκεί να υπάρχει η σωστή μεταναστευτική πολιτική και πολιτική ενσωμάτωσης. (The Economist, 2002. Δες επίσης Εμκε – Παυλοπούλου,2007). 10) ΗΠΙΕΣ ΠΑΡΑΜΕΤΡΙΚΕΣ ΜΕΤΑΒΟΛΕΣ Γενικές παραμετρικές μεταβολές που έχουν υψηλό κόστος σε όρους ανταγωνιστικότητας ή επιβαρύνουν άνισα τις ηλικιακές γενεές (αύξηση εισφορών) πρέπει να αποφευχθούν. Το ίδιο και γενικευμένες παραμετρικές μεταβολές με σημαντικό κοινωνικό κόστος, όπως η μείωση των συντάξεων του ΙΚΑ. Οι παραμετρικές μεταβολές πρέπει να έχουν στόχο τον εξορθολογισμό του υπάρχοντος συστήματος (με άξονα αναφοράς τις παραμέτρους κύριας και επικουρικής ασφάλισης του ΙΚΑ) και όχι την ολοκληρωτική λύση του ασφαλιστικού, αφού κάτι τέτοιο απαιτεί ανέφικτες και ανεπιθύμητες παραμετρικές μεταβολές που θα επέφεραν δυσβάστακτο κόστος στην οικονομία. Απο τις παραμετρικές μεταβολές, μια (λογική) επέκταση του εργασιακού βίου σε εθελοντική βάση με κίνητρα παραμονής στην εργασία είναι ένα μέτρο ήπιου χαρακτήρα με σχετικά μικρό κόστος και σημαντικό όφελος που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο συζήτησης στο πλαίσιο μιας εθνικής στρατηγικής για το ασφαλιστικό.   Συμπεράσματα Η γήρανση και η στασιμότητα του πληθυσμού προβλέπεται να προκαλέσει σοβαρά μακροπρόθεσμα προβλήματα στο ασφαλιστικό σύστημα, με αποτέλεσμα η Ελλάδα να συγκατελέγεται μεταξύ των χωρών - μελών της ΕΕ που χαρακτηρίζονται ως υψηλού κινδύνου δημοσιονομικής εκτροπής. Όμως, η συζήτηση που διεξάγεται γύρω απο το πρόβλημα αυτό έχει ‘μερικό’ χαρακτήρα, με αποτέλεσμα να οδηγεί σε αδιέξοδα, αφού οι απαιτούμενες ‘παραμετρικές’ λύσεις (αύξηση εισφορών, μείωση συντάξεων) εντός του υπάρχοντος συστήματος είναι εκ των πραγμάτων ακραίες λόγω της ραγδαίας χειροτέρευσης των δημογραφικών παραμέτρων μετά απο μερικά χρόνια και εάν εφαρμοστούν, θα οδηγήσουν ή σε μείωση της ανταγωνιστικότητας ή σε αύξηση της φτώχειας ή και στα δύο μαζί. Ακραία και ανέφικτη είναι επίσης η λύση της πλήρους μετατροπής του διανεμητικού συστήματος κοινωνικής ασφάλισης σε ιδιωτικο-κεφαλαιοποιητικό, τόσο διότι το διανεμητικό σύστημα κοινωνικής ασφάλισης είναι η καρδιά του κράτους – ευημερίας στην Ευρώπη, και ακόμα περισσότερο στην Ελλάδα, όσο και για τα αξεπέραστα τεχνικά προβλήματα που αυτό δημιουργεί. Η σοβαρότητα του προβλήματος ωθεί σε υπέρβαση,και παρέχει την ευκαιρία διαμόρφωσης μιας εθνικής στρατηγικής γύρω απο μεταβλητές που η τρέχουσα συζήτηση θεωρεί ως εξωγενείς, οι οποίες όμως θα πρέπει να αποτελέσουν τους βασικούς άξονες επίλυσής του. Μιας εθνικής στρατηγικής που οφείλει να έχει ως κύριο στόχο την αύξηση της παραγωγικότητας και τού δυνητικού προϊόντος και την συνακόλουθη επίτευξη υψηλών ρυθμών οικονομικής ανάπτυξης, και θα αποτελέσει τον καταλύτη που θα συμβάλλει στη λύση του προβλήματος με τις ελάχιστες δυνατές τριβές. Ειδικότερα, δέκα σημεία μπορεί να αποτελέσουν τους άξονες γύρω απο τους οποίους μπορεί να δομηθεί η μόνιμη αυτή λύση : 1) ΡΕΑΛΙΣTIKΕΣ ΚΑΙ ΑΠΟΔΕΚΤΕΣ ΜΑΚΡΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΚΑΙ ΔΗΜΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ. 2) ΑΠΟΔΟΧΗ ΩΣ ΚΥΡΙΑΡΧΟΥ ΤΟΥ ΥΠΑΡΧΟΝΤΟΣ ΔΙΑΝΕΜΗΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΒΕΛΤΙΩΣΗ ΤΟΥ ΜΕ ΑΞΟΝΑ ΑΝΑΦΟΡΑΣ ΤΙΣ ΠΑΡΑΜΕΤΡΟΥΣ ΤΟΥ ΙΚΑ. 3)ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΠΟΙΗΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΑ ΣΤΟ ΔΙΑΝΕΜΗΤΙΚΟ. 4) ΝΕΟ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟ ΑΠΟΘΕΜΑΤΙΚΟ ΑΠΟ ΙΔΙΩΤΙΚΟΠΟΙΗΣΕΙΣ. 5)ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΛΗΡΗ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ. 6) ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΠΤΥΞΗ. 7)ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΘΝΙΚΗ ΑΠΟΤΑΜΙΕΥΣΗ. 8) ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΓΙΑ ΤΗ ΓΟΝΙΜΟΤΗΤΑ. 9) ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ. 10) ΗΠΙΕΣ ΠΑΡΑΜΕΤΡΙΚΕΣ ΜΕΤΑΒΟΛΕΣ.   ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ : ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΕΞΕΛΙΞΗΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΧΡΈΟΥΣ Η μεταβολή του λόγου ‘δημόσιο χρέος προς ΑΕΠ’, b, μεταξύ δύο χρονικών περιόδων, t και t+1 προκύπτει απο το εισοδηματικό περιορισμό (budget constraint) της γενικής κυβέρνησης. Επεξεργαζόμενοι τον περιορισμό αυτό προκύπτει η γνωστή εξίσωση του Domar, η οποία σε διακριτό χρόνο (δηλαδή ως εξίσωση διαφορών) εκφράζεται3 ως εξής (Stournaras, 1993): bt – bt-1 = (r-g) bt-1 + πt (1) Λύνοντας την, προκύπτει ότι : bt = b0 (1+ r-g) + Σ (1+r-g) πs (2) *Υψώνουμε στην (2) την  b0 (1+ r-g) στην t και την Σ(1+r-g) στην t-s *Τα t και t-1 των εξισώσεων (1) και (2) είναι δείκτες * Για το άθροισμα τα όρια είναι : s =1 εώς t όπου r είναι το πραγματικό επιτόκιο δανεισμού του δημοσίου, g ο ρυθμός οικονομικής ανάπτυξης , π το πρωτογενές έλλειμα της γενικής κυβέρνησης (δηλαδή το έλλειμα χωρίς τους τόκους του δημοσίου χρέους) ως ποσοστό του ΑΕΠ και b0 είναι ο αρχικός λόγος του χρέους προς το ΑΕΠ. Στο πρωτογενές έλλειμα της γενικής κυβέρνησης, π, περιλαμβάνεται και η διαφορά μεταξύ συντάξεων και εισφορών, η οποία αυξάνει διαχρονικά λόγω της γήρανσης του πληθυσμού. Απο την (2) προκύπτει ότι, αν r>g, τότε ο λόγος του δημοσίου χρέους προς το ΑΕΠ, b, αυξάνει με την πάροδο του χρόνου t για ‘εύλογες’ τιμές του π (με άλλα λόγια, απαιτούνται πολύ μεγάλα πρωτογενή πλεονάσματα για να σταθεροποιηθεί ο λόγος του δημοσίου χρέους προς το ΑΕΠ στην περίπτωση που ισχύει r>g). Τα τελευταία χρόνια (απο το 2000 και μετά) ισχύει g>r. Μάλιστα, επειδή οι χώρες του Ευρωπαϊκού Νότου έχουν υψηλότερη ανάπτυξη απο το μέσο όρο της ΕΕ, υψηλότερο πληθωρισμό και ίδια περίπου ονομαστικά επιτόκια δανεισμού, η διαφορά g-r είναι θετική και αρκετά μεγάλη. Για την Ελλάδα πλησιάζει σήμερα το 3% και επιδρά ευνοικά (δηλαδή μειωτικά) στην εξέλιξη του λόγου του δημοσίου χρέους ως προς το ΑΕΠ. Αν υποθέσουμε ότι ο πραγματικός ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ στην Ελλάδα παραμένει στα σημερινά επίπεδα ή αυξάνεται κατά μισή εκατοσταία μονάδα (π.χ. μέσω της εφαρμογής ενός προγράμματος διαρθρωτικών αλλαγών, δεδομένου μάλιστα ότι, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, (δες, μεταξύ άλλων, World Economic Forum, 2007) υπάρχουν μεγάλα περιθώρια αύξησης της αποτελεσματικότητας των αγορών αλλά και του δημόσιου τομέα) ενώ το πραγματικό επιτόκιο δανεισμού του δημοσίου παραμείνει στα σημερινά επίπεδα, τότε, η εξέλιξη του δημοσίου χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ βελτιώνεται πολύ σημαντικά σε σχέση με τις προβλέψεις του πίνακα 2. Απο την εξίσωση (2) προκύπτει η μεγάλη σημασία της επίτευξης μονίμως υψηλών ρυθμών οικονομικής ανάπτυξης για τη διατήρηση του λόγου ‘δημόσιο χρέος προς ΑΕΠ’ σε ανεκτά επίπεδα. * Στις εξισώσεις (1) και (2) επειδή r και g είναι αριθμοί μικρότεροι του ενός δεκάτου της μονάδας, ο λόγος (1+r)/(1+g) προσεγγίζεται απο (1+r-g)   [1] Από την συνάρτηση παραγωγής της οικονομίας προκύπτει: ΔΥ/Υ = ΔΑ/Α + α(ΔΚ/Κ) + (1-α) ΔL/L , όπου Υ το προϊόν, Α η ολική παραγωγικότητα, Κ το κεφάλαιο και L η απασχόληση. [2] Σε ένα διανεμητικό σύστημα, ισχύει η εξίσωση : Σύνολο Εισφορών = Σύνολο Συντάξεων. Αν w είναι ο μέσος μισθός, l οι απασχολούμενοι,σ η μέση ποσοστιαία εισφορά, p η μέση σύνταξη, και s οι συνταξιούχοι, η εξίσωση αυτή γράφεται : σwl=ps ή σ=(p/w) (s/l) δηλαδή : ποσοσταία εισφορά = ποσοστό αναπλήρωσης Χ ποσοστό εξάρτησης. (Για σχετικούς υπολογισμούς, δες Borsch – Supan και Τήνιος, 2001) [3] Είναι σημαντικό να γίνει κατανοητή αυτή η ισοδυναμία : αν w είναι ο μισθός, 1 η απασχόληση, και αν η ποσοστιαία μεταβολή του μισθού (Δw/w) είναι ίση με τη ποσοστιαία μεταβολή της παραγωγικότητας της εργασίας (Δw/w=g-Δ1/1), τότε (Δw/w+Δ1/1r) είναι ισοδύναμο με (gr). Με άλλα λόγια, η βελτίωση της παραγωγικότητας (είτε μέσω της τεχνολογικής προόδου είτε μέσω της μεγαλύτερης διαθεσιμότητας κεφαλαίου ανά απασχολούμενο) μπορεί να αντισταθμίσει τις αρνητικές επιπτώσεις του δημογραφικού στην οικονομική ανάπτυξη. [4] Επειδή, από τον Πίνακα 1, προκύπτει έμμεσα ότι η μέση ετήσια επιδείνωση της σχέσης συνταξιούχων προς εργαζομένους είναι 1.9%, από την βασική εξίσωση της υποσημείωσης 2 προκύπτει ότι η μέση ετήσια μεταβολή του μέσου μισθού πρέπει να υπερβαίνει τη μέση ετήσια μεταβολή της μέσης σύνταξης κατά 1.9% (αν η μέση ποσοστιαία εισφορά παραμένει αμετάβλητη) προκειμένου το σύστημα να είναι σε διαχρονική ισορροπία.     ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ   Aaron, H.(1966) : ‘The Social Insurance Paradox’ Canadian Journal of Economics and Political Science. Beetsma, R. and H. Oksanen (2007) : Pension Systems, Ageing and the Stability and Growth Pact European Commission, European Economy, Special Report. Blackburn, R. (2007) : ‘A Global Pension Plan’ New Left Review, 47 Borsch – Supan, A. και Π. Τήνιος (2001) : ‘The Greek Pension System ; strategic framework for reform’ in Bryant, R.N. Garganas and G. Tavlas (editors) : Greece’s Economic Performance and Prospects Bank of Greece and the Brookings Institution. Buti, M. D. Franco and L. Pench (1999) The Welfare State in Europe European Commission - Edward Elgar Εμκε – Παυλοπούλου, Η. (2007) : Η μεταναστευτική πρόκληση Ελληνική Εταιρεία Δημογραφικών Μελετών, Εκδόσεις Παπαζήση. Esping – Andersen, G. (1996) ‘Welfare States at the end of the century : the impact of labour market, family and demographic change’. Prepared for the OECD conference : Beyond 2000 : the new Social Policy Agenda. OECD, Paris. European Commission (2005) : Public Finances in EMU, European Commission. Hagemann, R. and G. Nicoletti (1989) : ‘Population Ageing : Economic effects and some policy implications for financing public pensions’ OECD Economic Studies, OECD, Paris. Hansen, A.H. (1939) : ‘Economic progress and declining population growth’ American Economic Review. Folster, S. (1999) ‘Social insurance based on personal savings accounts : a possible reform strategy for overburdened welfare states?’ in Buti et.al.(1999), op.cit Keynes, J.M.(1937) : ‘Some economic consequences of a declining population‘ Eugenics Review. Myrdal, G (1940) : Population : A problem for Democracy. Cambridge : Harvard University Press. Ράπανος, Β. (2007) ‘ Σύνταξη και Εκτέλεση του Κρατικού Προϋπολογισμού’ Ινστιτούτο Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών, (ΙΟΒΕ), Αθήνα. Selen, J. and A. C. Stahlberg (2007) ‘Why Sweden’s pension reform was able to be successfully implemented’ European Journal of Political Economy, 23. Standard & Poor’s ( 2007) : ‘What a Change a Year makes ‘: Standard & Poor’s 2007 Global Graying Progress Report, Σεπτέμβριος. Stournaras, Y. (1993) ‘Public Sector Debt and Deficit on Greece : The Experience of the 1980’s and Future Prospects in : Baldassari, M., Mundell R. and J. Mc Callum (1993) : Debt, Deficit and Economic performance St. Martin Press. Στουρνάρας, Γ. (2007) ‘Οικονομική Πολιτική και Πραγματική Σύγκλιση’ Εισήγηση στην Επιστημονική Συνάντηση του Ναυπλίου με θέμα : Ελληνική Οικονομία : Κρίσιμα ζητήματα οικονομικής πολιτικής, Ιστορικό Αρχείο, Alpha Bank, 1 & 2 Ιουνίου 2007 Συμεωνίδου, Χ. και Μαγδαληνός Μ. (2007) Πολιτικές για την οικογένεια στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Εκδόσεις Σάκκουλα. Τήνιος Π. (2003) : Ανάπτυξη με Αλληλεγγύη : Ενα πλαίσιο για τις συντάξεις του νέου αιώνα Εκδόσεις Παπαζήση. The Economist (2002) : When and how to open doors to migrants 2-8 Νοεμβρίου 2002. World Economic Forum (2007) : The Global Competitiveness Report 2007-2008’ www.weforum.org. Van Groezen, B., Leers, T. and L. Meijdam (2003) ‘Social Security and Endogenous Fertility : Pensions and child allowances as siamese twins’ Journal of Public Economics. Χαρδούβελης, Γκ.(2007) ‘Μακροοικονομική Διαχείριση και η Ανάγκη Διαρθρωτικών Μεταρρυθμίσεων μετα την είσοδο στην Νομισματική Ένωση’ Οικονομία και Αγορές. Eurobank Research, Τόμος ΙΙ, Τεύχος 28.    

Διεύθυνση: Πατριάρχου Ιωακείμ 30 Αθήνα 10675 | Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο: info@epkodi.gr