Ο εφησυχασμός της κοινωνίας, η αδράνεια και ο συμβιβασμός είναι η αχίλλειος πτέρνα της δημοκρατίας και των θεσμών της

fb
Τελευταία ενημέρωση: 19-07-2018

Σκέψεις για το ασφαλιστικό ζήτημα

Τα συσσωρευμένα προβλήματα και οι οικονομικές πιέσεις που δέχονται τα ασφαλιστικά συστήματα γενικά στον ευρωπαϊκό χώρο και στη χώρα μας είναι γνωστά, έχουν συζητηθεί κατ’ επανάληψη, έχουν διερευνηθεί και αποτυπωθεί σε μια σειρά από επιτροπές, από ειδικούς εμπειρογνώμονες, αναλογιστικούς οίκους του εξωτερικού και γραφεία ημεδαπά, από συνδικαλιστικούς φορείς, ομοσπονδίες και κρατικές υπηρεσίες σε τέτοια έκταση και συχνότητα, που η αναγγελία κάθε νέου και μακρόπνοου εγχειρήματος για νέες μελέτες και παραπομπή σε Διεθνή Όργανα να κινδυνεύει παρά τις καλλίτερες των προθέσεων να θεωρηθεί ως «υποκριτική». Η σημασία και η σπουδαιότητα επίσης του ασφαλιστικού συστήματος ως κοινωνικού και ταυτόχρονα οικονομικού θεσμού, πάνω στον οποίο ακουμπάει το σύνολο σχεδόν του πληθυσμού (υπό διαφορετικές μορφές, σύνταξη- υγεία-επιδόματα ανεργίας-μητρότητας κλπ) είναι επίσης μη αμφισβητήσιμα και θα ήταν σπατάλη χρόνου το να επιχειρήσει κανείς σήμερα να τις επαναλάβει. Το ασφαλιστικό ζήτημα ως πρόβλημα οικονομικό-διαρθωτικό της ελληνικής οικονομίας και συγχρόνως εξόχως κοινωνικό έχει ξεκινήσει να προβληματίζει από τις αρχές του 1950 περίπου. ΄Ηδη η πρώτη συσταθείσα επιτροπή του Υπουργείου Συντονισμού το 1951 είχε επισημάνει το μεγάλο πρόβλημα του ασφαλιστικού συστήματος και την ανάγκη λήψεως «άμεσων» μέτρων. Έχουν περάσει από τότε 60 περίπου χρόνια, το ασφαλιστικό ζήτημα είναι πάντα επίκαιρο και ανοικτό, βρίσκεται στο στόχαστρο της επικαιρότητας, αποτελεί προσφιλές θέμα των ΜΜΕ χωρίς ευτυχώς να έχουν επαληθευτεί οι δυσοίωνες εκτιμήσεις. Στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα σοβαρές προσπάθειες και όχι έχουν καταβληθεί για την επίλυσή του. Επιτροπές έχουν συσταθεί και, έχουν συνταχθεί και δει το φως της δημοσιότητας μελέτες νομικού και οικονομικού περιεχομένου από κάθε ενδιαφερόμενη πλευρά. Η μελέτη του 1951, οι μελέτες της περιόδου του 1980, η μελέτη της επιτροπής Φακιολά του 1990, η μελέτη της επιτροπής του ασφαλιστικού του Υπουργείου Απασχόλησης του 1995, η μελέτη της επιτροπής Σπράου, η μελέτη του Βρετανικού αναλογιστικού οίκου, οι μελέτες της ΓΕΣΕΕ, συνόδευαν και αποτελούσαν τη νομιμοποιητική βάση κάθε κυβερνητικής προσπάθειας για τροποποίηση του ασφαλιστικού νομικού κεκτημένου. Η νέα μελέτη που ανατίθεται στο Διεθνές Γραφείο Εργασίας δεν θα αλλάξει τα πραγματικά δεδομένα ούτε θα βοηθήσει να βρεθούν μαγικές λύσεις μια και δεν υπάρχουν. Πιθανόν να είναι αναγκαίες αναλογιστικές εκτιμήσεις κατά παράγοντα (π.χ. όρια ηλικίας συνταξιοδότησης γυναικών, βαρέα και ανθυγιεινά κ.λ.π.) νέες όμως αναλογιστικές μελέτες δεν έχουν να προσφέρουν τίποτε το ουσιώδες ή το καινούργιο. Κάθε καθυστέρηση δε στη λήψη αποφάσεων με την αιτιολογία αφενός, της εκπόνησης νέων αναλογιστικών μελετών για την διαπίστωση του προβλήματος και αφετέρου, την από κοινού διαπίστωση με τα πολιτικά κόμματα και τους κοινωνικούς εταίρους, αποτελεί προσχηματική καθυστέρηση, μια και είναι δύσκολη ως αδύνατη η πολιτική συναίνεση για τέτοια είδους ζητήματα, που ενέχουν μεγάλο πολιτικό κόστος και προϋποθέτουν ένα άλλου είδους πολιτικό πολιτισμό και κοινωνική ωρίμανση. Απλά τα διεθνή όργανα και forum χρησιμοποιούνται ως άλλοθι για τις μελλούμενες αλλαγές και για την ψυχολογική προετοιμασία της κοινής γνώμης να αποδεχτούν τα χειρότερα με τις ελάχιστες κοινωνικές διαμαρτυρίες και εντάσεις και το ολιγότερο πολιτικό κόστος για εκείνο το Κυβερνητικό σχηματισμό που θα σηκώσει το βάρος μιας ουσιαστικής παρέμβασης. Το ασφαλιστικό υπήρξε πάντα πεδίο ιδεολογικής πολιτικής αντιπαράθεσης μεταξύ των κομμάτων αλλά και αντιπαράθεσης της επιστημονικής κοινότητας μεταξύ νομικών και οικονομολόγων από της συστάσεως του θεσμού. Οι οικονομολόγοι και μάλιστα οι οπαδοί του οικονομικού φιλελευθερισμού «έκρουαν τον κώδωνα του κινδύνου» και επεσήμαναν ανέκαθεν τα οικονομικά προβλήματα που συνόδευαν το θεσμό αγνοώντας τις περισσότερες φορές την μεγάλη κοινωνική του σπουδαιότητά και τον αναπτυξιακό του ρόλο. Είναι γεγονός αναμφισβήτητο ότι ο θεσμός άντεξε τις επικρίσεις και καταξιώθηκε κυρίως κοινωνικά στις συνειδήσεις των ευρωπαίων πολιτών, ενώ ο ρόλος του στην αναδιανομή του εθνικού πλούτου και στην ανακούφιση όχι κατ’ ανάγκη πλέον των ασθενέστερων τάξεων αλλά και άλλων στρωμάτων του πληθυσμού είναι πλέον και αδιαμφισβήτητος και αδιαπραγμάτευτος και αποτελεί αναγκαίο σύστοιχο ενός σύγχρονου κοινωνικού κράτους δικαίου. Είναι όμως επίσης αδιαμφισβήτητο ότι ο θεσμός των κοινωνικών ασφαλίσεων είναι συγχρόνως και θεσμός οικονομικός και αναπτύσσεται και επιτελεί το στόχο του σε υγιή και αναπτυσσόμενη οικονομία. Χωρίς γερή εθνική οικονομία ή με οικονομία σε φθίνουσα πορεία, είναι σχεδόν αδύνατον να αναπτυχθεί. Για να «ανθήσει» ο θεσμός απαιτεί οικονομική ευμάρεια, σταθερότητα απασχόλησης, συνεχή ανάπτυξη και σταθεροποιημένο ΑΕΠ. Όλα τούτα είναι γνωστά. Το ζητούμενο, η πρόκληση σήμερα είναι να διατηρηθεί η κοινωνική προστασία στο ίδιο επίπεδο αν όχι να αυξηθεί και, να διασφαλιστεί το αγαθό της κοινωνικής ασφάλισης. Για τους λόγους αυτούς οι νομικοί του θεσμού, οι οικονομολόγοι και οι αναλογιστές οφείλουν να πλησιάσουν οι μεν τους δε, να προσπαθήσουν να μιλήσουν κοινή γλώσσα και σε συνεργασία να επιδιωχθεί η επίλυση του ασφαλιστικού ζητήματος. Το στοίχημα, η πρόκληση που αντιμετωπίζουν όλα τα ευρωπαϊκά συστήματα είναι σήμερα διπλή. Επάρκεια και βιωσιμότητα. Στόχοι που συμπεριελήφθησαν στη συμφωνία της Λισσαβώνας. Να κρατηθεί η παρεχόμενη ευρωπαϊκή κοινωνική προστασία σε ένα επίπεδο που θα κρίνεται επαρκές και το επίπεδο αυτό να είναι βιώσιμο. Η πρόκληση είναι κοινή και για το ελληνικό σύστημα κοινωνικής ασφάλισης. Αλλά το ερώτημα που γεννάται αυτόματα είναι: Το υφιστάμενο ασφαλιστικό σύστημα κρίνεται επαρκές και το βασικότερο είναι βιώσιμο; Το σημερινό ύψος των χορηγουμένων συντάξεων κρίνεται ικανοποιητικό; και το κυριότερο με πιο κριτήριο δίνεται η σχετική απάντηση. Ποιο θα είναι το κριτήριο ή τα κριτήρια εκείνα, με τα οποία θα συγκρίνουμε τις χορηγούμενες συντάξεις ώστε να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι το επίπεδο τους κρίνεται ή δεν κρίνεται επαρκές; Εάν το κριτήριό μας ως προς το ύψος του ποσού είναι το κατώτερο όριο της φτώχειας όπως αυτό διαμορφώνεται με τα στοιχεία της Ε.Ε. (περίπου 650 + €), η απάντηση θα δοθεί από τον αριθμό των σημερινών συνταξιούχων που παίρνει κάτω από το ποσό αυτό. Επίσης από το πως τα καταβαλλόμενα ποσά συντάξεων αναπροσαρμόζονται και εγγυώνται το επαρκές επίπεδο διαβίωσης στις πληθωριστικές τάσεις της οικονομίας. Το εάν επίσης για την χορήγηση του ύψους αυτού του ποσού θα λαμβάνονται υπόψη εισοδηματικά κριτήρια όπως εισοδήματα από ιδιοκατοίκηση καθώς και άλλες κοινωνικές παροχές, βοήθεια στο σπίτι, κοινωνικός τουρισμός κ.λ.π. ώστε το σύστημα να είναι και δίκαιο, είναι επίσης ένα κρίσιμο ζητούμενο πολιτικών επιλογών και κοινωνικής αποδοχής. Στο δεύτερο καταλυτικό ερώτημα εάν το σύστημα είναι βιώσιμο, μετά από τόσες μελέτες οικονομικού και αναλογιστικού περιεχομένου καταλήγουμε αβίαστα στο συμπέρασμα, ότι το σύστημα δεν είναι βιώσιμο με μικρές ίσως αποκλίσεις ανάλογα με το πώς αξιολογούμε και ποια ακριβώς στοιχεία (βλ. διάφορες μελέτες Βρετανικού οίκου, ΓΣΕΕ κλπ.) καθώς και με αποκλίσεις ως προς το χρονικό σημείο (2015 ή 2030 ή 2050) εμφανίσεως του προβλήματος. Και ανεξάρτητα εάν συνυπολογίζουμε ή δεν συνυπολογίζουμε το ύψος της κρατικής συνεισφοράς ή τι μορφή έχει αυτή, της τριμερούς χρηματοδότησης ή της άμεσης κρατικής επιχορήγησης ή τι απαιτήσεις προβάλλονται από τους κοινωνικούς εταίρους και τους συνδικαλιστικούς φορείς, το πρόβλημα παραμένει πρόβλημα που αξιώνει λύσεις από τη πλευρά της πολιτείας. Ποιες όμως είναι οι αιτίες που δημιούργησαν και δημιουργούν τα προβλήματα αυτά; Όπως τα οικονομικά και αναλογιστικά προβλήματα έχουν καταγραφεί κατ’ επανάληψη και είναι γνωστά, το ίδιο γνωστά είναι και τα αίτια που τα προκαλούν. Αναφέρονται σ’ όλες σχεδόν τις εισηγητικές εκθέσεις των νομοθετημάτων που επιχείρησαν ή υποσχέθηκαν την εξυγίανση του ασφαλιστικού συστήματος, ενώ καταγράφονται ήδη στη μελέτη που έχει εκπονηθεί από το 1951. Εξήντα (60) χρόνια μετά εξακολουθεί «κατά μαγικό» τρόπο να είναι το ίδιο επίκαιρη. Διακρίνονται σε ενδογενή και εξωγενή αίτια . Δημογραφικό, ανεργία, οικονομική ύφεση, μεγάλος αριθμός φορέων, εισφοροδιαφυγή, πολυπλοκότητα της νομοθεσίας ευνοϊκές ρυθμίσεις, όρια ηλικίας κλπ. είναι οι συνήθεις «ύποπτοι». Οι λύσεις που συνήθως έχουν ακολουθηθεί είναι: αύξηση ορίων ηλικίας, αύξηση του ποσοστού εισφοράς προκειμένου να καλυφθούν οι αυξανόμενες δαπάνες, μείωση του επιπέδου των συντάξεων με την μείωση του ποσοστού αναπλήρωσης των συντάξιμων αποδοχών, μείωση των κατωτάτων συντάξεων, ενίσχυση της αρχής της ανταποδοτικότητας ώστε οι συντάξεις να είναι ανάλογες των εισφορών του ασφαλισμένου, προκειμένου να διατηρηθεί το τρέχον ποσοστό εισφοράς σταθερό, η μεταβολή του λόγου εξάρτησης του συστήματος των εν ενεργεία προς τους συνταξιούχους, με την αύξηση της απασχόλησης ή την μείωση του αριθμού των συνταξιούχων με την αύξηση του χρόνου που απαιτείται για την θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος ή, την αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης, η θέσπιση ενιαίων ρυθμίσεων που εφαρμόζονται για το σύνολο των ασφαλισμένων καθώς και η διαδικασία των ενοποιήσεων και συγχωνεύσεων των ασφαλιστικών οργανισμών. Στη μακροχρόνια προσπάθεια επίλυσης του ασφαλιστικού με κατ’ εξοχή κορύφωση το ν. 2084/92, αυξάνονται τα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης, αυξάνεται σταδιακά ο συντάξιμος χρόνος που απαιτείται για συνταξιοδότηση κατά ασφαλιστικό οργανισμό, αυξάνονται οι εισφορές, μειώνεται το συνολικό ποσοστό αναπλήρωσης κύριας και επικουρικής σύνταξης, τίθεται plafond για 35 χρόνια ασφάλισης το 80% των συντάξιμων αποδοχών, μειώνονται ο συντάξιμος μισθός με την αφαίρεση των δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα. Έτσι σήμερα ένας μεγάλος αριθμός από τα προβλήματα που έχουν καταγραφεί ως αιτίες της παθογένειας του θεσμού, με κυριότερα τα όρια ηλικίας έχουν αμβλυνθεί. Παρά όμως την ιδιαίτερα «σκληρή», όπως χαρακτηρίζεται από την οπτική γωνία των κοινωνικών εταίρων, η παρέμβαση του νομοθέτη του ν. 2084/92, η «ταμειακή» προσέγγιση του θέματος δεν έλυσε το πρόβλημα. Και σήμερα και μετά από τις παρεμβάσεις του ν. 2676/99 και του 3029/2002 εξακολουθεί το ασφαλιστικό να κρατάει σταθερά ή να παραμένει το υπ’ αριθμόν ένα πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας και του πολιτικού συστήματος, από τα βασικότερα θέματα της επικαιρότητας και να αποτελεί ένα από τα ουσιώδη διαρθρωτικά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας, πονοκέφαλος για τους εκάστοτε Υπουργούς Οικονομίας, Οικονομικών και Κοινωνικής Προστασίας. Το ερώτημα το οποίο γεννάται είναι γιατί παρά τις συνεχείς παρεμβάσεις με μια σειρά από αυτοτελή ή περιπτωσιολογικά και αποσπασματικά νομοθετήματα δεν έχει λυθεί το πρόβλημα του ασφαλιστικού και δεν έχει επιτευχθεί το προσδοκόμενο αποτέλεσμα π.χ. δεν έχει περιοριστεί ένα από τα βασικότερα προβλήματα, η εισφοροδιαφυγή παρά και τη ψήφιση ειδικού νόμου του ν. 2556/96. Γιατί ενώ οι αιτιάσεις που προβάλλονται ότι ανάλογες λύσεις έχουν δοθεί και σε ευρωπαϊκά συστήματα και τα συστήματα αυτά αντιμετώπισαν το ασφαλιστικό ζήτημα με αυξήσεις εισφορών, ορίων ηλικίας, εισαγωγή κεφαλαιοποιητικών συστημάτων κλπ. οι ίδιες λύσεις δεν αποδίδουν στο ελληνικό ασφαλιστικό σύστημα και παρουσιάζεται όλο και περισσότερο η ανάγκη αυστηροποίησης των προϋποθέσεων αυτών; Γιατί το πρόβλημα του ελληνικού ασφαλιστικού συστήματος είναι βαθύτατο διαθρωτικό και δομικό. Το Ελληνικό σύστημα ως προς την οργανωτική του μορφή και τη κλαδική του διάσταση προσομοιάζει προς ένα ιδιωτικό κεφαλαιοποιητικό σύστημα ενώ ως προς την χρηματοδότησή του είναι διανεμητικό. Χαρακτηριστικά στοιχεία επαγγελματικής και δημόσιας ασφάλισης καθολικών συστημάτων συνυπάρχουν με κλαδική κατάτμηση των φορέων, που δεν επιτρέπουν την λειτουργία της αρχής της αλληλεγγύης με την οποία συγκρούεται η αρχή της ανταποδοτικότητας και δεν επιτρέπουν οι κρατικές ενισχύσεις και η οιαδήποτε συμμετοχή του κράτους να κατευθύνεται προς τις κατηγορίες εκείνες του πληθυσμού που έχουν τις περισσότερες ανάγκες ενώ παράλληλα δεν μπορεί να καταπολεμηθεί και η εισφοροδιαφυγή μόνο με μέτρα αστυνόμευσης και την μετατροπή των ασφαλιστικών φορέων σε υπηρεσίες αστυνομικής διαρθώσεως και λειτουργίας. Παρά την σπουδαιότητα όμως των θεμάτων αυτών οι ιθύνοντες αποφεύγουν να σκεφτούν τι θα γίνει όταν φτάσει η «ώρα μηδέν» για το ασφαλιστικό και όταν οι «επιταγές» του ασφαλιστικού συστήματος θα είναι ακάλυπτες. Ενώ το σύνολο της συζήτησης για το ασφαλιστικό εξαντλείται στα όρια ηλικίας, στην καταπολέμηση της μαύρης εργασίας, στην εισφοροδιαφυγή, στην ένταξη μεταναστών κλπ. Αποφεύγουν συστηματικά να αγγίξουν το θέμα αυτό και επιχειρούν κάθε φορά να μεταθέσουν χρονικά το πρόβλημα στην επόμενη « κυβερνητική χρήση». Και έτσι μεγεθύνεται το πρόβλημα και όταν υπό την πίεση έκτακτων αναγκών ληφθούν μέτρα, τα μέτρα αυτά θα είναι ιδιαίτερα σκληρά για τον απλό καθημερινό άνθρωπο. Η λήψη των αναγκαίων μέτρων απαιτεί σοβαρή προσπάθεια από μέρους του επισπεύδοντος. Απαιτεί προγραμματισμό, σχεδιασμό, οργάνωση, ειλικρινή πρόθεση, και ενδιαφέρον για τον απλό άνθρωπο. Ειλικρινείς προθέσεις και «γνήσιο» ενδιαφέρον για τον άνθρωπο αποτελούν τη νομιμοποιητική βάση για την λήψη επώδυνων μέτρων και την ανάληψη πολιτικού risko. Επώδυνων μέτρων που αποφεύγουν όλοι να πάρουν γιατί υπολογίζουν το πολιτικό κόστος και τον αριθμό των χαμένων ψήφων. Η γοητεία όμως που ασκεί ο αριθμός των χαμένων ψήφων αγνοεί ότι το κόστος της πολιτικής αδράνειας είναι μεγαλύτερο από το πολιτικό κόστος της δράσης και τις μεγάλες ευθύνες της εκάστοτε Κυβέρνησης για το λαό . Η αποστασιοποίηση από το μείζον πρόβλημα της Κ.Α. και η περιπτωσιολογική ρύθμιση θεμάτων κοινωνικής ασφάλισης με νομοσχέδια αποσπασματικού χαρακτήρα, όπως η συνήθης πρακτική που ακολουθείται τα τελευταία χρόνια περισσότερα προβλήματα δημιουργεί παρά επιλύει. Η Κοινωνική ασφάλιση είναι ένας περίπλοκος και πολύπλοκος θεσμός που απαιτεί μακροοικονομική προσέγγιση και μακροπρόθεσμη αντιμετώπιση. Οι μεμονωμένες και περιστασιακές ρυθμίσεις αποτελούν «εμβαλωματικές» λύσεις χωρίς πνοή και όραμα που δεν επιλύουν αλλά δημιουργούν προβλήματα. Γιατί η ασφάλιση όπως σήμερα έχει διαμορφωθεί με την πολυπλοκότητά της και την νομοθετική της πολυδιάσπαση είναι σαν τη Λερναία Ύδρα. Στη θέση του ενός προβλήματος που επιδιώκεται η επίλυσή του γεννώνται δύο νέα. Οι μεμονωμένες και αποσπασματικές λύσεις δεν επιλύουν προβλήματα. Δημιουργούν, διαιωνίζουν και ανακυκλώνουν τα προβλήματα . Η μεμονωμένη δε και συντεχνιακή αντίληψη ρύθμισης των θεμάτων αποτελούν απόκλιση από γενικές αρχές και ενιαίες ρυθμίσεις, νοθεύουν το χαρακτήρα του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης ως γενικού και ενιαίου, δημοσίου δικαίου, δημιουργούν ρήγματα στην αρχή της αλληλεγγύης και κοινωνικής δικαιοσύνης και θέτουν τις βάσεις προσφυγής στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, με συνέπεια το χαρακτηρισμό του ως επαγγελματικού συστήματος και την άρση των εγγυήσεων του δημοσίου. Ενώ μεταθέτουν τα οικονομικά βάρη για τις επόμενες γενεές και αποτελούν τη χαρακτηριστική περίπτωση «βαμπίρ και κανίβαλοι» που με χιτσκοκική διάθεση περιγράφει ό Μ. Ανδρουλάκης στο ομώνυμο βιβλίο του. Το ασφαλιστικό αυτοπαγιδεύεται έτσι στις ρυθμίσεις αυτές και ναι μεν σε αρκετές των περιπτώσεων οι μεμονωμένες λύσεις μπορεί να κρίνονται ή να προβάλλονται ως αναγκαίες, με το τρόπο αυτόν όμως απομακρύνεται και διασπάται η συνολική και ενιαία αντιμετώπιση των προβλημάτων και η μακροοικονομική προσέγγιση του θεσμού ενώ το ασφαλιστικό αυτοπαγιδεύεται στις ίδιες του τις ρυθμίσεις και τορπιλίζονται οι προσπάθειες ειλικρινούς και αντικειμενικού δημόσιου διαλόγου για την επίλυση του. Για όλους τους λόγους αυτούς απαιτείται μία γενναία και συγχρόνως θαρραλέα παρέμβαση ασφαλιστικής μεταρρύθμισης, ανατρεπτική της μέχρι σήμερα ακολουθούμενης τακτικής, η οποία θα πρέπει βασικά να απαντά στα δύο ανωτέρω κομβικά ζητήματα: της επάρκειας και της βιωσιμότητας του συστήματος. Το ποσό της σύνταξης των συνταξιούχων για να εγγυάται την επάρκεια του πρέπει να αποτελεί άθροισμα διαφορετικών πηγών προέλευσής του, ώστε να επιμερίζεται ο οικονομικός κίνδυνος και να απορροφώνται οι κραδασμοί των οικονομικών μεταβλητών και της πορείας της οικονομίας. Ειδικότερα το τελικό ποσό σύνταξης που φθάνει στον συνταξιούχο πρέπει να αποτελείται από τμήματα που θα προέρχονται από διαφορετικές και ανεξάρτητες πηγές-πυλώνες συνταξιοδοτικής προστασίας που θα λειτουργούν με διαφορετικό νομικό και οικονομικό σύστημα και βαθμό ανταποδοτικότητας. Το νέο σύστημα πρέπει να εγγυάται, ελαστικά όρια συνταξιοδότησης για την αντιμετώπιση των προβλημάτων της ανεργίας και της απασχόλησης, σταθεροποίηση της συμμετοχής του κράτους και των υποχρεώσεων του κράτους με προβλεπόμενη ετήσια αύξηση, καθαρή λειτουργία της αρχής της κοινωνικής αλληλεγγύης στο σύνολο του πληθυσμού και συγχρόνως ανεμπόδιστη λειτουργία της αρχής της επαγγελματικής και σωματειακής αλληλεγγύης, καθαρή λειτουργία της αρχής της ανταποδοτικότητας, ελευθερία οικονομικής και διοικητικής διαχείρισης και αυτονομίας και συγρόνως κρατικό έλεγχο και κρατική εγγύηση του θεσμού, ελεύθερη επένδυση ασφαλιστικών κεφαλαίων, επιμερισμό των κινδύνων των οικονομικών συστημάτων διανεμητικού και κεφαλαιοποιητικού χαρακτήρα. Η κλασσική σχηματική παρουσίαση της συνταξιοδοτικής προστασίας που στηρίζεται σε τρείς πυλώνες αποτελεί μία από τις λύσεις. Η ταυτόχρονη συνταξιοδότηση δύο ή τριών επιπέδων από το πρώτο πυλώνα, αποτελεί ομοίως μια λύση η οποία ενδεχομένως απαντά και στο πρόβλημα της επικουρικής ασφάλισης η οποία αποτελεί και το «αγκάθι» στην μελλούμενη ασφαλιστική παρέμβαση. Οπωσδήποτε το στοίχημα θα κριθεί στην εξισορρόπηση που θα επιτευχθεί μεταξύ κρατικής συμμετοχής και ατομικής, στην κοινωνική αποτελεσματικότητα και οικονομική σταθερότητα του συστήματος, στις εναλλακτικές προτάσεις που θα δίνουν τη δυνατότητα εθελοντικών επιλογών σε συλλογικό επίπεδο. Κυρίως όμως από το πρώτο επίπεδο συνταξιοδοτικής προστασίας από το οποίο θα καταβάλλεται ένα ποσό καθολικής εθνικής σύνταξης, εγγυημένο οικονομικά από το κράτος, το οποίο θα τύχη και της απαιτούμενης κοινωνικής συναίνεσης και αποδοχής. Το ασφαλιστικό ζήτημα έχει ανοίξει για άλλη μια φορά με την έναρξη νέου κοινωνικού διαλόγου και αναμένονται αλλαγές την επόμενη κυβερνητική θητεία υπό την «δαμόκλειο σπάθη» της νέας αναλογιστικής μελέτης που εκπονείται. Ευχόμαστε η μελέτη αυτή να μην αποτελέσει το άλλοθι για το «καθημαγμό» ενός θεσμού που υπηρετεί τον άνθρωπο και τις ανθρώπινες ανάγκες και στη θεμελίωση του οποίου οδήγησαν οι φρικτές συνθήκες του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου. Ο χάρτης του Ατλαντικού ερμηνεύοντας το πόθο του ανθρώπου για την βελτίωση των ανθρώπινων συνθηκών, την ανάγκη για ειρήνη και την ελπίδα μιας καλύτερης ζωής, έθεσε ως σκοπό την απελευθέρωση του ανθρώπου από την «ανάγκη». Το σχέδιο Beveridge το 1941 και η δήλωση της Φιλαδελφείας το 1944 έθεσαν τις βάσεις ενός πλήρους συστήματος κοινωνικής πολιτικής υιοθετώντας τις θεμελιώδεις αρχές : « 1ον . Η εργασία δεν είναι εμπόρευμα. 2ον. Η πενία οπουδήποτε και αν υπάρχει αποτελεί κίνδυνο για την ευημερία όλων. 3ον. Η πάλη κατά της ανέχειας θα πρέπει να διεξάγεται με ασταμάτητες ενέργειες κάθε έθνους αλλά και με συνεχή και συνδυασμένη διεθνή προσπάθεια στην οποία οι αντιπρόσωποι των εργαζομένων και των εργοδοτών, συνεργαζόμενοι ισότιμα με τους αντιπροσώπους των Κυβερνήσεων, θα συμμετέχουν σε ελεύθερες συζητήσεις και σε αποφάσεις δημοκρατικού χαρακτήρα για την προώθηση του κοινού καλού». Οι θεμελιώδεις αρχές της Διακήρυξης της Φιλαδελφείας, αν και πέρασαν τα χρόνια, αν και άλλαξαν οι συνθήκες, όσο υπάρχουν άνθρωποι άνεργοι, άνθρωποι που πονούν, άνθρωποι που υποφέρουν, παιδιά ορφανά, γέροντες ανήμποροι, δεν χάνουν τη λάμψη και την αξία τους. Τις ανθρώπινες αυτές αξίες, που υπηρέτησε η Διακήρυξη της Φιλαδελφείας του 1944 εμπνευσμένη από την θύελλα ενός καταστροφικού πολέμου πρέπει να διαφυλάξουμε σήμερα. Οι αναλογιστικές μελέτες δεν μπορούν να αποτελέσουν το μονόδρομο των εξελίξεων σε βάρος των «αφανών». Οι παρεμβάσεις δεν πρέπει να αντιμετωπίσουν το όλο ζήτημα ως μιας υπόθεσης και μόνον «ασφαλιστικών μαθηματικών». Κανένας αναμφισβήτητα δεν μπορεί να αρνηθεί το ρόλο και τη σημασία των αναλογιστικών μελετών, την σταθερότητα και την ασφάλεια που εγγυάται στην κοινωνική ασφάλιση η μαθηματικοστατιστική βάση υπολογισμού των αλλαγών. Ωστόσο η προστασία του ασφαλιστικού κεφαλαίου δεν μπορεί να αναγορεύεται σε αποκλειστικό γνώμονα κοινωνικοασφαλιστικών τροποποιήσεων. Η ασφαλιστική τεχνική μένει πάντοτε ένα απλό μέσο για την πραγματοποίηση της κοινωνικής μεταρρύθμισης που αδυνατεί να καθορίσει τις βασικές κατευθύνσεις και το σκοπό της. Ο στόχος, ο σκοπός και οι κατευθύνσεις της αποτελούν αποκλειστική ευθύνη Κυβερνητικής Πολιτικής. Στο «σταυροδρόμι» των εξελίξεων για το ασφαλιστικό σε μια δύσκολη καμπή για τα κοινωνικά δικαιώματα εν γένει, επιβάλλεται όλοι μας να συμβάλλουμε στην εκ βάθρων αναδιάρθρωση ενός «υδροκέφαλου» και «αναποτελεσματικού» κοινωνικοασφαλιστικού συστήματος, με νηφαλιότητα και σύνεση. Ο καθένας δικαιούται αλλά και οφείλει να διατυπώσει ελεύθερα τις απόψεις του χωρίς να φοβάται την έκφραση ρηξικέλευθων και ανατρεπτικών απόψεων, απόψεις τις οποίες η αρμόδια Κυβέρνηση θα αξιολογήσει και συνθέσει μετά από ιεράρχηση και στάθμιση δημοσίου και ατομικού συμφέροντος.

Δημοσιεύθηκε στην ΕΔΚΑ Ιουλίου 2007, σελ.497

 

Δρ.Ν. Άρτεμις Αναγνώστου-Δεδούλη Γεν. Δ/ντρια Υπ. Απασχόλησης & Κοινωνικής Προστασίας

Διεύθυνση: Πατριάρχου Ιωακείμ 30 Αθήνα 10675 | Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο: info@epkodi.gr

Πολιτική Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων