Ο εφησυχασμός της κοινωνίας, η αδράνεια και ο συμβιβασμός είναι η αχίλλειος πτέρνα της δημοκρατίας και των θεσμών της

fb
Τελευταία ενημέρωση: 11-07-2018

Η διακριτή θέση των Ταμείων Επαγγελματικής Ασφάλισης (ΤΕΑ) στο σύστημα των τριών πυλώνων ασφάλισης

Αναλογιστής (FHAS) "Η καθ' όλα νόμιμη κερδοσκοπική πίεση (σαν το «αόρατο χέρι» του Άνταμ Σμιθ) των μετόχων των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, ουσιαστικά δεν υφίσταται στα ΤΕΑ. Τα ΤΕΑ υποχρεούνται νομοθετικά να προσλαμβάνουν τους ίδιους εξειδικευμένους επαγγελματίες..."

Εισαγωγή Τα Ταμεία Επαγγελματικής Ασφάλισης (ΤΕΑ) αποτελούν την ελληνική εκδοχή των Ιδρυμάτων Επαγγελματικών Συνταξιοδοτικών Παροχών (ΙΕΣΠ), τις δραστηριότητες και την εποπτεία των οποίων ρυθμίζει η Οδηγία 2003/41/ΕΚ. Ως είναι πλέον από τους περισσότερους γνωστό, το άρθρο 7 του Ν.3029/2002 μεριμνά για τις ελληνικές προδιαγραφές αυτών των Ταμείων, στο πλαίσιο βεβαίως της κοινοτικής οδηγίας. Πιο συγκεκριμένα: • Τα ΤΕΑ αποτελούν νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, μη κερδοσκοποικού χαρακτήρα. Συνεπώς έχουν νομική, διοικητική, οικονομική και λειτουργική αυτονομία και αυτοτέλεια έναντι της επιχείρησης ή του Κλάδου ή των Κλάδων στο χώρο των οποίων λειτουργούν. • Ιδρύονται προαιρετικά ανά επιχείρηση ή κλάδο ή κλάδους εργαζομένων, με πρωτοβουλία των εργαζομένων ή των εργοδοτών ή με συμφωνία των εργοδοτών και των εργαζομένων. • Έχουν ως σκοπό την παροχή στους ασφαλισμένος και δικαιούχους των παροχών, επαγγελματικής ασφαλιστικής προστασίας πέραν της παρεχόμενης από την υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση για τους ασφαλιστικής κινδύνους και ενδεικτικά τους κινδύνους γήρατος, θανάτου, αναπηρίας, επαγγελματικού ατυχήματος, ασθένειας, διακοπής της εργασίας. • Σε περίπτωση που χορηγούν συνταξιοδοτικές παροχές, λειτουργούν με βάση το κεφαλαιοποιητικό σύστημα. Έχει ενδιαφέρον να τονιστεί πως σύμφωνα με το προβλεπόμενο πλαίσιο της οδηγίας, ο στόχος των ΙΕΣΠ εστιάζεται πρωτίστως στην χορήγηση συνταξιοδοτικών παροχών (1). Ο έλληνας νομοθέτης υπερέβη το κανονιστικό πλαίσιο, δίδοντας τη δυνατότητα στα ελληνικά ΤΕΑ της χορήγησης πάσης φύσεων ασφαλιστικών παροχών (πέραν βεβαίως των παροχών της υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλισης) – υπέρβαση που μπορεί καλόπιστα να ερμηνευθεί ως προσπάθεια συγκριτικής ενδυνάμωσης του θεσμού. Το ερώτημα που φυσιολογικά ανακύπτει είναι ποιο κενό διεκδικούν στο σύγχρονο περιβάλλον να καλύψουν τέτοια Ταμεία. Για να δοθεί μία σαφής και επαρκής απάντηση, θα πρέπει να διερευνηθεί πρωτίστως το ευρύτερο πλαίσιο εντός του οποίου τοποθετείται ο νέος αυτός θεσμός στη χώρα μας και δευτερευόντως να εξεταστούν κάποια από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που τέτοια Ταμεία κομίζουν. Οι τρεις πυλώνες Περιορίζοντας τη συζήτησή μας στις συνταξιοδοτικές παροχές, τα ευρωπαϊκά κράτη μέλη διαθέτουν τρεις κατηγορίες συνταξιοδοτικών παροχών (το αποκαλούμενο σύστημα τριών πυλώνων για το οποίο τελευταία γίνεται τόσο λόγος): 1. τα σχήματα κοινωνικής ασφάλισης 2. τα σχήματα επαγγελματικών συντάξεων 3. τα ιδιωτικά σχήματα που συνήθως έχουν τη μορφή συμβολαίων ή προϊόντων που προέρχονται από ασφαλιστικές εταιρίες ασφαλίσεων ζωής. Κατά κανόνα, η λειτουργία της κοινωνικής ασφάλισης πραγματοποιείται μέσω του αναδιανεμητικού συστήματος. Με απλά λόγια, το σύνολο των εισπραττομένων πόρων από τα Ταμεία καλύπτει το σύνολο των τρεχουσών προβλεπομένων συνταξιοδοτικών παροχών των συνταξιούχων (με το όποιο θετικό υπόλοιπο να αποθεματοποιείται). Εντός βεβαίως του συγκεκριμένου σχήματος, στο οποίο η συμμετοχή είναι καθολική και υποχρεωτική, λειτουργεί η αρχή της κοινωνικής αλληλεγγύης. Ταυτόχρονα, αναδεικνύεται ο ζωτικός ρόλος του κράτους που συνίσταται κυρίως στη μακροχρόνια πρόβλεψη και διασφάλιση της δίκαιης, μεταξύ των γενεών κατανομής του κόστους χρηματοδότησης. Τα σχήματα των επαγγελματικών συντάξεων καθώς και τα συνταξιοδοτικά συμβόλαια που προέρχονται από τις ιδιωτικές ασφαλιστικές επιχειρήσεις, λειτουργούν με βάση το κεφαλαιοποιητικό σύστημα. Πολύ γενικά μπορούμε να πούμε ότι σε αυτά τα σχήματα ένας ενεργός (ή/και ένας εργοδότης) καταβάλλει εισφορές οι οποίες δεν προορίζονται να καλύψουν τρέχουσες συνταξιοδοτικές παροχές άλλων συνταξιούχων, αλλά αντίθετα αποθεματοποιούνται κατάλληλα ούτως ώστε το σύνολο των εισφορών και του προϊόντος της επενδυτικής τους αξιοποίησης, μέχρι το χρόνο επέλευσης της συνταξιοδότησης του συγκεκριμένου ενεργού, να είναι επαρκές για να καλύψει τις οφειλόμενες παροχές του Ταμείου ή του ιδιωτικού ασφαλιστηρίου συμβολαίου. Με τον τρόπο αυτό (και απλοποιώντας για τους σκοπούς του παρόντος σύνθετους άλλους παράγοντες), ένας μελλοντικός συνταξιούχος ο οποίος πληροί όλες τις απαραίτητες προϋποθέσεις, θα λάβει κατά τη στιγμή της συνταξιοδότησής του: • υποχρεωτικά (βάσει της υποχρεωτικής υπαγωγής του όσο ήταν ενεργός) δημόσια σύνταξη κοινωνικής ασφάλισης ως θα χρηματοδοτείται από τους εκάστοτε καταβαλλόμενους πόρους στα Ταμεία των ενεργών ασφαλισμένων και των νεότερων γενεών, • επαγγελματική σύνταξη, βάσει της προαιρετικής υπαγωγής του όσο ήταν ενεργός σε ΤΕΑ, ως αυτή θα χρηματοδοτείται από τα επαρκώς συσσωρευμένα αποθεματικά των αντίστοιχων εισφορών όσο ήταν ενεργός. • σύνταξη από ιδιωτικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο, βάσει της προαιρετικής σύναψης (ή συμμετοχής εντός) ιδιωτικού ασφαλιστηρίου συμβολαίου όσο ήταν ενεργός, ως αυτή θα χρηματοδοτείται από τα επαρκώς συσσωρευμένα αποθεματικά των αντίστοιχων ασφαλίστρων όσο ήταν ενεργός. Από τα ανωτέρω γίνεται φανερό ότι: • στον πρώτο πυλώνα των σχημάτων της κοινωνικής ασφάλισης όπου η υπαγωγή είναι υποχρεωτική και καθολική, η συμμετοχή των εν ενεργεία ασφαλισμένων (ως και νεότερων γενεών) στη χρηματοδότηση και εξασφάλιση των συνταξιούχων (δηλ. των παλαιότερων γενεών) είναι καθοριστική, με αποτέλεσμα, στο πλαίσιο μίας εύρυθμης λειτουργίας του συστήματος, να «τιμάται» η διαγενεακή αλληλεγγύη με τον κατ’ έτος περιορισμό της κατανάλωσης των εν ενεργεία και τη διάθεση επαρκούς ποσότητας του συνολικού τρέχοντος κρατικού παραγόμενου προϊόντος προς τους συνταξιούχους. • στο δεύτερο πυλώνα ασφάλισης, όπου η υπαγωγή είναι προαιρετική, οι συνταξιοδοτικές παροχές των ΤΕΑ αντικρίζονται ευθέως με τα αντίστοιχα μαθηματικά αποθεματικά, τα οποία εκτιμώνται βάσει της αρχής της κεφαλαιοποίησης. Σημειούται ότι η ίδια αρχή, η αρχή δηλαδή της κεφαλαιοποίησης, εφαρμόζεται και στον τρίτο πυλώνα, τον γνωστό ως πυλώνα των ιδιωτικών ασφαλιστικών επιχειρήσεων. Συνοπτικά, η υποχρεωτική υπαγωγή στα αναδιανεμητικά σχήματα κοινωνικής ασφάλισης τοποθετεί τον κάθε παραγωγικό εργαζόμενο στη τροχιά μιας πορείας ωρίμανσης και διαδοχικής μεταμόρφωσης από παροχέα (κατά τα έτη του εργασιακού βίου) σε καταναλωτή (κατά τα έτη αφυπηρέτησης) συνταξιοδοτικών παροχών. Από την άλλη πλευρά, η συμμετοχή σε ένα ΤΕΑ ή η ύπαρξη ιδιωτικού ασφαλιστηρίου συμβολαίου κατά τα έτη του εργασιακού βίου ενός εργαζομένου, αποτελούν ατομικές επιλογές οι οποίες έχουν ως λογική τη μέσω της προσωπικής αποταμίευσης μείωση της τρέχουσας καταναλωτικής του συμπεριφοράς (ως νέου εργαζομένου) με σκοπό την ενδυνάμωση της αντίστοιχης μελλοντικής του (ως ηλικιωμένου συνταξιούχου). Με αυτόν τον τρόπο, ολοκληρώνεται το παζλ ενός συστήματος «σύνθεσης ή ενίσχυσης του εισοδήματος των συνταξιούχων μέσα από τρεις πυλώνες » (1). Η διακριτή θέση των ΤΕΑ: ομοιότητες και διαφορές με τους άλλους πυλώνες Έχοντας κατά νου τη γενικότερη σκιαγράφηση του ευρύτερου πλαισίου των συνταξιοδοτικών παροχών ως αυτό υλοποιείται μέσα από το σύστημα των τριών πυλώνων ασφάλισης, είναι φανερό ότι ο θεσμός των ΤΕΑ, παράλληλα με αυτόν των ασφαλιστικών προϊόντων των ιδιωτικών ασφαλιστικών επιχειρήσεων, κινείται στον ευρύτερο χώρο των χρηματοπιστωτικών αγορών. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μεταξύ των μελών ενός ΤΕΑ αναπτύσσεται ουσιαστικά και επιπροσθέτως η έννοια αλλά και η πρακτική της αλληλεγγύης μέσω των συλλογικών επενδύσεων που πραγματοποιούν (1), ενισχύοντας με αυτόν τον τρόπο τον κοινωνικό τους χαρακτήρα. Παραταύτα, το εύρος και το βάθος των θεσμών του κοινωνικού κράτους και της κοινωνικής προστασίας είναι τέτοια που υπερβαίνουν τη λογική της ίδρυσης αυτών των σχημάτων. Η προσπάθεια πάντως του έλληνα νομοθέτη να επιτρέψει τη δημιουργία επιπλέον ΤΕΑ που δε χορηγούν συνταξιοδοτικές παροχές (πέραν δηλαδή εκείνων της κοινοτικής οδηγίας) φανερώνει την πρόθεσή του για μια όσο το δυνατό εντατικότερη ενίσχυση του κοινωνικού στοιχείου αυτού του θεσμού – δεν παύει όμως να παραμένει στοχευμένη επί παροχών συγκεκριμένου εύρους, ως εξαρτώνται κάθε φορά από τις καταστατικές διατάξεις του εκάστοτε ΤΕΑ. Αν από τα παραπάνω διαφαίνεται ότι ο δεύτερος και ο τρίτος πυλώνας ασφάλισης δεν συνδέονται πρωτογενώς με την πλήρωση των δομικών θεσμών του κοινωνικού κράτους και της κοινωνικής προστασίας, άλλο τόσο είναι αληθές πως ο δεύτερος πυλώνας των ΤΕΑ διαφοροποιείται μακράν από τον αντίστοιχο τρίτο των ασφαλιστικών επιχειρήσεων. Το γιατί είναι για αρκετούς δύσκολο να συνειδητοποιηθεί, αφού με βάση και τα όσα ανωτέρω αναφέρθηκαν, αυτά που ενώνουν τους δύο πυλώνες (ως πχ το εφαρμοστέο δίκαιο, η μεθοδολογία εφαρμογής του κεφαλαιοποιητικού συστήματος, η διαδικασία αναδρομικής ή μη υπαγωγής στην ασφάλιση ενεργών και συνταξιούχων) μοιάζουν ισχυρότερα με αυτά που τους χωρίζουν. Η αλήθεια όμως είναι ότι αυτή η αίσθηση ενισχύεται μόνο υπό την οπτική και την απορρέουσα κριτική εκ του πρώτου πυλώνα, δηλαδή των σχημάτων κοινωνικής ασφάλισης. Μία οπτική που ορθώς μεν αποκαλύπτει τη σημαντική αλλά ανεπαρκή συνολικά σχέση των ΤΕΑ με το πολυσχιδές επίπεδο των κοινωνικών θεσμών, αδικεί όμως την εξέχουσα και ιδιάζουσα θέση που διεκδικούν στον ευρύτερο χώρο του συστήματος των τριών πυλώνων. Αρκετοί αναλυτές εστιάζουν τις διαφορές μεταξύ του δεύτερου και του τρίτου πυλώνα σε επιμέρους ιδιαίτερα θέματα που αφορούν, θα μπορούσαμε να ονομάσουμε, περισσότερο «χρηματοοικονομικά» δεδομένα. Ένα από αυτά είναι για παράδειγμα το φορολογικό καθεστώς εντός του οποίου λειτουργούν τα ΤΕΑ αλλά απολαμβάνουν και τα ιδιωτικά ασφαλιστήρια συμβόλαια. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η φορολογική έκπτωση των εισφορών προς τα ΤΕΑ ή των ασφαλίστρων προς ασφαλιστικές επιχειρήσεις. Η λογική της παροχής τέτοιων ιδιαίτερων φορολογικών κινήτρων από το κράτος στοχεύει κατ’ ουσία στην ενδυνάμωση αυτών των επενδυτικών θεσμών μακράς πνοής σε σχέση με άλλες μορφές επένδυσης. Λόγου χάριν (και απλοποιώντας ξανά για τους σκοπούς του παρόντος σύνθετους άλλους παράγοντες), η απόκτηση ενός μετοχικού χαρτοφυλακίου μπορεί να επιτευχθεί με διάφορους τρόπους, όπως απευθείας, μέσω δηλαδή της λειτουργίας της χρηματαγοράς, αλλά και «έμμεσα», μέσω δηλαδή ενός επενδυτικού λογαριασμού ΤΕΑ. Το γεγονός ότι το τίμημα της απόκτησης του ίδιου μετοχικού χαρτοφυλακίου εκπίπτει φορολογικά ως εισφορά προς το ΤΕΑ (αντιθέτως με τη μη φορολογική έκπτωση της απόκτησής του απευθείας μέσω της χρηματαγοράς) ευνοεί σχεδόν πάντα ιδιαίτερα εκείνους τους επενδυτές των οποίων ο επενδυτικός ορίζοντας είναι μακρύς (ως είναι άλλωστε η πραγματικότητα για τους συνταξιοδοτικούς λογαριασμούς ενός ΤΕΑ ή ενός ασφαλιστικού συνταξιοδοτικού προγράμματος): ανεξαρτήτως αν η επένδυση αφορά μετοχική ή ομολογιακή σύνθεση, επενδυτικά προϊόντα ευνοϊκού φορολογικού καθεστώτος (“tax advantaged”) ως απολαμβάνουν τα ΤΕΑ αλλά και οι ιδιωτικές ασφαλιστικές επιχειρήσεις, σημειώνουν σε μακροχρόνιο ορίζοντα υψηλότερη μετά φόρων απόδοση σε σχέση με «φορολογήσιμους» (“taxable”) λογαριασμούς (2). Κατ’ επέκταση, η ιδιαίτερη φορολογική μεταχείριση των συνταξιοδοτικών λογαριασμών των ΤΕΑ και των ασφαλιστικών επιχειρήσεων από το κράτος, στοχεύει στο να κατασταθούν ελκυστικότερες για τους μακροχρόνιους επενδυτές αυτές οι μορφές επένδυσης. Ως εκ τούτου, τέτοιες ιδιαίτερες ρυθμίσεις αποτελούν κοινό προνόμιο τόσο του δεύτερου όσο και του τρίτου πυλώνα και παρέχονται για να καταστούν ανταγωνιστικότεροι στην προσπάθεια προσέλκυσης κεφαλαίων στο πλαίσιο των χρηματοπιστωτικών αγορών στις οποίες, όπως και ανωτέρω αναφέρθηκε, κινούνται. Επομένως, τέτοιου είδους ρυθμίσεις δεν δύναται να αποτελέσουν την ειδοποιό διαφορά μεταξύ των δύο αυτών πυλώνων, έστω και αν από τις αρμόδιες κρατικές αρχές, μέσω επιμέρους παρεμβάσεων, καταλήξει το εκ των πραγμάτων ευνοϊκό φορολογικό καθεστώς των ΤΕΑ να διαθέτει έναντι του, εκ των πραγμάτων ευνοϊκού φορολογικού καθεστώτος των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, ελαφρύ συγκριτικό είτε πλεονέκτημα είτε μειονέκτημα. Το ερώτημα λοιπόν παραμένει: αν τα ΤΕΑ είναι διακριτά από τον πρώτο πυλώνα (τα σχήματα κοινωνικής ασφάλισης), τι είναι εκείνο που τα καθιστά εξίσου διακριτά από τον αντίστοιχο τρίτο, ώστε να ιδρύουν και να εδραιώνουν έναν ολόκληρο ξεχωριστό πυλώνα ασφάλισης; Η απάντηση έγκειται στο ότι τα ΤΕΑ είναι νομικά πρόσωπα μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα σε αντίθεση με τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις οι οποίες είναι νομικά πρόσωπα κερδοσκοπικού χαρακτήρα. Η διαφορά αυτή είναι κεφαλαιώδης και η σημασία της περνά πολλές φορές απαρατήρητη. Ακριβώς λόγω του κερδοσκοπικού χαρακτήρα των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, ο τρίτος πυλώνας χαρακτηρίζεται από μία ιδιάζουσα οικονομική συμπεριφορά (3). Στον πυρήνα της έγκειται αυτό που στην ορολογία των οικονομολόγων καλείται «ασυμμετρία πληροφόρησης» (“information asymmetry”) μεταξύ του πωλητή (δηλαδή της ασφαλιστικής επιχείρησης) και του αγοραστή (δηλαδή του ασφαλισμένου). Με απλά λόγια, οι ασφαλισμένοι (δηλαδή οι αγοραστές των ασφαλιστικών προϊόντων) γνωρίζουν πάντα περισσότερα για τους ίδιους και τη φύση των κινδύνων που τους απειλούν απ’ ό,τι δύναται ενδεχομένως να γνωρίζει η ασφαλιστική επιχείρηση (δηλαδή, ο πωλητής της ασφαλιστικής προστασίας). Έτσι, ενώ «… οι οικονομολόγοι γενικά υποδεικνύουν τον [ελεύθερο] ανταγωνισμό ως λύση για τις αγορές που λειτουργούν προβληματικά … οι ασφαλιστικές αγορές διαφέρουν σε σχέση με την πλειοψηφία άλλων αγορών, διότι στις ασφαλιστικές αγορές ο ανταγωνισμός μπορεί να καταστρέψει την αγορά αντί να βελτιώσει τα λειτουργικά της χαρακτηριστικά» (Rothschild M., Stiglitz J., 1976, “Equilibrium in Competitive Insurance Markets: An Essay on the Economics of Imperfect Information”). Σε γενικές γραμμές, είναι δυνατό να ειπωθεί πως μία υγιής ασφαλιστική αγορά καλείται να ισορροπήσει μεταξύ των συμφερόντων των ασφαλισμένων αλλά και των μετόχων της. Η κατάρρευση επομένως μίας ασφαλιστικής επιχείρησης μπορεί να προκληθεί: • είτε χειραγωγούμενη από τους μετόχους της, λόγω μεγιστοποίησης των πρόσκαιρων κερδών της εις βάρος των ασφαλισμένων της, • είτε χειραγωγούμενη από τους ασφαλισμένους της (εξαιτίας ακριβώς του ελλείμματος πληροφόρησης που χαρακτηρίζει τους κινδύνους που αναλαμβάνει), λόγω αφανισμού των μετοχικών της κεφαλαίων. Για το λόγο αυτό, σε τέτοιες ιδιάζουσες αγορές έχουν δημιουργηθεί ιδιαίτερες επαγγελματικές τάξεις των οποίων η παρουσία εγγυάται την ομαλή ισορρόπηση διαμετρικά αντίθετων συμφερόντων. Οι επαγγελματικές αυτές τάξεις, όπως για παράδειγμα εσωτερικοί και ορκωτοί ελεγκτές, αναλογιστές, διαχειριστές περιουσιακών στοιχείων κλπ. πολύ συχνά ανήκουν σε ανεξάρτητες αυτορυθμιζόμενες επαγγελματικές ενώσεις των οποίων ο σκοπός και η ισχύς έγκειται, πέρα από τη διασφάλιση ενός υψηλότατου επιπέδου επιστημονικής κατάρτισης των μελών τους, στην παράλληλη διάδοση και εφαρμογή προτύπων και κανόνων ηθικής επαγγελματικής συμπεριφοράς. Είναι χαρακτηριστικό να αναφερθεί πως μια τέτοια παγκοσμίου κύρους ένωση όπως είναι το CFA Institute, αναγνωρίζει πως τα μέλη της, λόγω των υψηλών ηθικών προτύπων που αποδέχονται να ακολουθούν (συχνά αυστηρότερα από τις απαιτήσεις της εθνικής νομοθεσίας τους) δύναται να εργάζονται υπό καθεστώς συγκριτικού μειονεκτήματος σε σχέση με λοιπούς επαγγελματίες – αυτό όμως το συγκριτικό μειονέκτημα είναι που εν τέλει κεφαλαιοποιείται σε συγκριτικό πλεονέκτημα από τις χρηματοπιστωτικές αγορές (4). Η καθ’ όλα νόμιμη κερδοσκοπική πίεση (σαν το «αόρατο χέρι» του Άνταμ Σμιθ) των μετόχων των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, ουσιαστικά δεν υφίσταται στα ΤΕΑ. Τα ΤΕΑ υποχρεούνται νομοθετικά να προσλαμβάνουν τους ίδιους εξειδικευμένους επαγγελματίες με τις ίδιες ηθικές υποχρεώσεις όπως οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις, λειτουργούν όμως σε ένα πλαίσιο εκ των πραγμάτων πιο ισορροπημένο: στα ΤΕΑ τα ασφαλισμένα μέλη είναι ταυτόχρονα και «μέτοχοι» του Ταμείου. Τα ΤΕΑ είναι αυτορυθμιζόμενα και αυτοδιοικούμενα – οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις, και ακόμα περισσότερο εκείνες των οποίων οι μετοχές είναι εισηγμένες και διαπραγματεύονται σε χρηματιστήριο – είναι ετερο-ρυθμιζόμενες και ετερο-διοικούμενες με βάση τις προσδοκίες των εξωτερικών μετόχων και επενδυτών. Η στρατηγική των ΤΕΑ αποφασίζεται, εφαρμόζεται και κρίνεται από τα ίδια τα μέλη του – η στρατηγική των ασφαλιστικών επιχειρήσεων αποφασίζεται από την ανώτερη διοίκηση (management), υλοποιείται από τα στελέχη της και κρίνεται εν τέλει από τους εξωτερικούς επενδυτές. Και στους δύο πυλώνες, πρόκειται για μία κυκλική αναφορά με διαφορετική όμως πορεία: Στον δεύτερο πυλώνα η πορεία διαγράφεται έχοντας ως αφετηρία τα μέλη και τελικό προορισμό πάλι τα ίδια τα μέλη (με αρωγούς τους εκάστοτε από τα μέλη επιλεγμένους εξειδικευμένους επαγγελματίες). Στον τρίτο πυλώνα η πορεία που διαγράφεται είναι διαφορετική: από τους μετόχους στην επιλογή της διοίκησης, από τις στρατηγικές αποφάσεις της διοίκησης στην υλοποίηση των επιλογών, με τελικό αποδέκτη και κριτή των συνεπειών της όλης διαδικασίας ξανά τους μετόχους. Η πίεση των αναμενόμενων αποτελεσμάτων που εξασκείται στον ιδιωτικό τρίτο πυλώνα δεν έχει αντίστοιχο στα ΤΕΑ: «Το πως τα καταφέρνεις σε σχέση με τα προσδοκούμενα κέρδη μοιάζει πολλές φορές σημαντικότερο ακόμα και από τα πραγματικά σου κέρδη», εξομολογείται ο Denis Loring επικεφαλής του αντασφαλιστικού τμήματος της AXA Financial (5). Η περίφημη Google, όταν τον Αύγουστο του 2004 προχώρησε σε διάθεση μετοχών σε δημόσια εγγραφή, κατηγοριοποίησε τις διατιθέμενες μετοχές της με τέτοιο τρόπο ώστε να διασφαλίζεται ότι η εταιρία θα είναι προστατευμένη από τις πιέσεις που ασκούνται σε όλες τις εισηγμένες εταιρίες για υλοποίηση βραχυπρόθεσμων κερδών (6). Η εταιρική αγορά (στην οποία υπάγεται ο τρίτος πυλώνας) λειτουργεί υπό το αποκαλούμενο “shareholder model” το οποίο αποτελεί παράγωγο του βασικού αμερικανικού εταιρικού μοντέλου διακυβέρνησης (“US corporate model”). Ισχυρό βεβαίως αντίβαρο για τη διασφάλιση του καταναλωτή–ασφαλισμένου αποτελεί, τουλάχιστον για τις ασφαλιστικές αγορές, η ύπαρξη ανεξάρτητης κρατικής εποπτείας (κεντρικό κομμάτι της οποίας απαιτεί την παρουσία εξειδικευμένων επαγγελματιών δεσμευμένων σε υψηλά πρότυπα ηθικής συμπεριφοράς). Τα ΤΕΑ δεν λειτουργούν στο πλαίσιο του “shareholder model”. Βρίσκονται κοντύτερα στις αρχές του γνωστού ως μη αμερικανικού “stakeholder” μοντέλου εταιρικής διακυβέρνησης (7). Εδώ, όπως και στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις, μπορεί τον ρυθμιστικό ρόλο να τον αναλαμβάνει ανεξάρτητη κρατική εποπτική αρχή, το τοπίο όμως είναι ήδη διαφορετικό αφού τα αντίστοιχα χαρτοφυλάκια των υποχρεώσεων και των επενδύσεων καθορίζονται και δομούνται από και για τους ασφαλισμένους. Αυτό βεβαίως δεν σημαίνει ότι στα ΤΕΑ απουσιάζουν παντελώς κίνδυνοι που απορρέουν από εσωτερικές συγκρούσεις συμφερόντων: ιδιαίτερα στις περιπτώσεις ΤΕΑ τα οποία χρηματοδοτούνται αποκλειστικώς από εργοδοτική εισφορά, υποβόσκουν εντάσεις μεταξύ των εταιρικών μετόχων, της εργοδοσίας και του Ταμείου. Πρόκειται όμως για συγκεκριμένους κινδύνους των οποίων το εύρος, υπό το πρίσμα μιας συνετής κρατικής εποπτείας και σε συνδυασμό με την αντίστοιχη αμοιβαία και αβίαστη συμφωνία μεταξύ εργοδοσίας και εργαζομένων, έχει καταστατικά προδιαγραφεί και επαρκώς γνωστοποιηθεί στα μέλη. Το διαφορετικό επομένως «φιλοσοφικό» λειτουργικό πλαίσιο του δεύτερου και του τρίτου πυλώνα, έχει ως συνέπεια την εμφάνιση μιας σειράς πρακτικών ανόμοιων χαρακτηριστικών μεταξύ των δύο πυλώνων. Για παράδειγμα, θα μπορούσε κάποιος να αναφερθεί ενδεικτικά και μόνο στα ακόλουθα: • Στην ασφαλιστική αγορά του τρίτου πυλώνα είναι γνωστή η περίφημη ρήση σύμφωνα με την οποία τα ασφαλιστικά προϊόντα «δεν αγοράζονται, αλλά πωλούνται». Για το λόγο αυτό, οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις επενδύουν ένα σημαντικότατο κομμάτι των πόρων τους στη σύσταση και αποτελεσματική λειτουργία ευέλικτων δικτύων πώλησης τα οποία δύναται να εγγυηθούν την απαραίτητη κατ’ έτος αύξηση του κύκλου των κερδοφόρων εργασιών. Η δημιουργία και συντήρηση τέτοιων δικτύων δεν συμβαίνει βεβαίως χωρίς (σημαντικό) κόστος, με προφανή κίνδυνο την μετακύλισή του στους καταναλωτές-ασφαλισμένους. Έτσι, σε μία ανεπτυγμένη και ανταγωνιστική αγορά όπως αυτή των ΗΠΑ, ειδικά για επενδυτές που ανήκουν στις υψηλότερες φορολογικές κλίμακες, παρατηρείται πως ένα πρόγραμμα προσωπικών απευθείας επενδύσεων αποδεικνύεται το ίδιο ανταγωνιστικό με την αγορά ενός συνταξιοδοτικού ισόβιου ασφαλιστικού προγράμματος (8). Στα ΤΕΑ, όπως είναι προφανές, η ύπαρξη τέτοιων δικτύων πώλησης δεν έχει νόημα, με αποτέλεσμα να μπορεί να ισχυριστεί κάποιος ότι η επίτευξη ισορροπίας μεταξύ των παρεχόμενων καλύψεων και των αντίστοιχων απαιτούμενων ασφαλιστικών εισφορών μοιάζει ευκολότερη. Οι πέραν των προβλεπόμενων καταστατικά παροχών εκροές ενός ΤΕΑ, περιορίζονται σε διαχειριστικής και μόνο φύσης έξοδα (π.χ. λειτουργία λογιστηρίου, διενέργεια αναλογιστικών μελετών, δημιουργία μητρώου μελών, έλεγχοι ορκωτών λογιστών κλπ). Για τη λειτουργία τους, στην περίπτωση π.χ. επιλογής της αξιόπιστης λύσης του outsourcing των διαχειριστικών τους λειτουργιών, τα ΤΕΑ απολαμβάνουν τους καρπούς ενός υγιούς ανταγωνισμού διαφόρων υποψήφιων ικανών διαχειριστών με χαμηλό κόστος προς όφελος των μελών τους. Αντίθετα, στον τρίτο πυλώνα, τα εκάστοτε δίκτυα πώλησης ασφαλιστικών προϊόντων είναι αυτά που πολλές φορές καρπώνονται το προϊόν μιας ανταγωνιστικής ασφαλιστικής αγοράς (με τη μορφή π.χ. υψηλότερων προμηθειών) με στόχο την προσάρτηση του επιπρόσθετου πελατολογίου τους. • Έχοντας ως στόχο τη δημιουργία ενός ασφαλούς και κερδοφόρου χαρτοφυλακίου εργασιών, οι ασφαλιστικές εταιρίες βασίζονται στην επιλογή και ταξινόμηση των ασφαλιζομένων κινδύνων (9). Με απλά λόγια, οι ασφαλιστικές εταιρίες μέσω της διαδικασίας του underwriting, αποφασίζουν για την αποδοχή ή την απόρριψη μίας αίτησης ασφάλισης. Έτσι, αν η υπαγωγή στην ιδιωτική ασφάλιση είναι προαιρετική για τον κάθε αιτούντα ασφάλισης, ομοίως προαιρετική είναι η αποδοχή της αίτησης της ασφάλισης από την ασφαλιστική επιχείρηση (υπό την προοπτική δημιουργίας ενός κερδοφόρου όγκου εργασιών). Αντίθετα, η υπαγωγή σε ΤΕΑ είναι μεν προαιρετική για το αιτών μέλος, είναι όμως υποχρεωτική για το ΤΕΑ μετά την αίτηση υπαγωγής. Με αυτόν τον τρόπο, οι ασφαλισμένοι-μέτοχοι ενός ΤΕΑ, εκφράζοντας εμπράκτως επαγγελματική και κοινωνική αλληλεγγύη, αναλαμβάνουν την κάλυψη όλων των μελών που αποφασίζουν την υπαγωγή τους ανεξαρτήτως αν αποδειχθούν «ζημιογόνοι» ή όχι. Η ίδια αρχή ισχύει γενικά και στην έννοια της διαδοχικής ασφάλισης μεταξύ διαφορετικών ΤΕΑ (π.χ. λόγω αλλαγής επαγγελματικής δραστηριότητας), σύμφωνα με την οποία τα προηγούμενα ασφαλιστικά δικαιώματα του μέλους διασφαλίζονται στο νέο ΤΕΑ (κάτι που αντίθετα δεν ισχύει μετά την ακύρωση προηγούμενου και τη σύναψη νέου ασφαλιστηρίου συμβολαίου με διαφορετική ασφαλιστική εταιρία). Έτσι παρατηρείται το εξής φαινόμενο: στον πρώτο πυλώνα ασφάλισης μετριάζονται οι επιπτώσεις των «ζημιογόνων» ασφαλισμένων λόγω της υποχρεωτικής – βάσει νόμου – υπαγωγής όλων των εργαζομένων (με αποτέλεσμα οι επιπτώσεις των «ζημιογόνων» ασφαλισμένων να μετριάζονται στο βαθμό που διαμοιράζονται στο πλαίσιο μίας μαζικής βάσης ασφαλισμένων). Στον τρίτο πυλώνα ασφάλισης, ομοίως μετριάζονται οι επιπτώσεις των «ζημιογόνων» ασφαλισμένων μέσω της πολιτικής επιλογής των προς ασφάλιση κινδύνων (underwriting) της ασφαλιστικής επιχείρησης και της συνακόλουθης δυνατότητας απόρριψης των σχετικών αιτήσεων ασφάλισης (ή την αποδοχή τους μέσω ειδικής επιβάρυνσης «επασφαλίστρων»). Στον δεύτερο πυλώνα ασφάλισης δεν υφίσταται τέτοιος μηχανισμός προστασίας, καθώς ούτε η προσχώρηση σε ένα ΤΕΑ είναι υποχρεωτική (και κατ’ επέκταση μαζική) ούτε δυνατότητα απόρριψης μελών που πληρούν τις καταστατικές προϋποθέσεις δύναται να λάβει χώρα. Ως αποτέλεσμα, στον χώρο του δεύτερου πυλώνα αναπτύσσεται μία ειλικρινής και αβίαστη επαγγελματική και κοινωνική αλληλεγγύη που δεν επιβάλλεται ούτε από το νομοθετικό πλαίσιο (όπως στον πρώτο πυλώνα) αλλά ούτε κι από τους νόμους (ως π.χ. προσφοράς και ζήτησης) της αγοράς. Συμπερασματικά Δεν είναι χωρίς λόγο που τα ΤΕΑ τοποθετούνται ως δεύτερος πυλώνας, μεταξύ δηλαδή του πρώτου και του τρίτου. Τα ΤΕΑ, αντίθετα με τον πρώτο πυλώνα, προσφέρουν στον κάθε ασφαλισμένο προαιρετική πρόσβαση στις χρηματοπιστωτικές αγορές με στόχο την μακροχρόνια τοποθέτηση και τη δημιουργία ισχυρού αποθεματικού ικανού να λειτουργήσει ενισχυτικά επί του συνταξιοδοτικού εισοδήματος που προέρχεται από την υποχρεωτική υπαγωγή του στον πρώτο πυλώνα. Όπως όμως η υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση θωρακίζεται (για λόγους δημοσίου συμφέροντος) με συνταγματική διάταξη για να προστατευθούν όσοι ασφαλίζονται σε αυτήν από τους επιχειρηματικούς κινδύνους οι οποίοι εξ αντιδιαστολής συνδέονται με την άσκηση της ασφαλιστικής λειτουργίας από ιδιωτικούς φορείς (10), έτσι και τα ΤΕΑ, συνιστώμενα ως νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου μεν αλλά μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα δε, με νομική, διοικητική, οικονομική και λειτουργική αυτονομία και αυτοτέλεια έναντι της επιχείρησης ή του Κλάδου ή των Κλάδων στο χώρο των οποίων λειτουργούν, θωρακίζουν τα μέλη τους σε σχέση με τους επιχειρηματικούς κινδύνους των ιδιωτικών φορέων του τρίτου πυλώνα, επιτρέποντάς τους με αυτόν τον τρόπο να εστιάζουν τις στρατηγικές τους στη διασφάλιση των τοποθετήσεων τους έναντι των ποικίλλων επενδυτικών κινδύνων των χρηματοπιστωτικών αγορών (στις οποίες εκ των πραγμάτων παραμένουν εκτεθειμένοι, διεκδικώντας βεβαίως το αντίστοιχο μερίδιο αποδόσεων). Αυτό το χαρακτηριστικό αποφέρει σαφή διάκριση μεταξύ του δεύτερου και του τρίτου πυλώνα – διάκριση η οποία πηγάζει από μία ομοιότητα, ένα κοινό και ισχυρό χαρακτηριστικό τόσο του πρώτου όσο και του δεύτερου πυλώνα, το οποίο επιτρέπει στα ΤΕΑ να αναπτύσσουν ιδιάζοντα και εγγενή χαρακτηριστικά επαγγελματικής και κοινωνικής αλληλεγγύης που μόνο στα σχήματα του πρώτου πυλώνα μπορούν αντίστοιχα να συναντηθούν . Κατά τη γνώμη μας, στο σύγχρονο κόσμο, οι τρεις πυλώνες οφείλουν να απεικονίζουν αυτό ακριβώς που πρεσβεύει η ονομασία τους: ένα σύστημα σύνθεσης ή ενίσχυσης του εισοδήματος των συνταξιούχων και όχι ένα ανταγωνιστικό σχήμα. Το εύρος και το βάθος των κοινωνικών θεσμών δεν μπορεί να επιτευχθεί παρά μέσω ισχυρών, υποχρεωτικής υπαγωγής, σχημάτων κοινωνικής ασφάλισης. Η εθελοντική συμμετοχή στο επενδυτικό περιβάλλον των σύγχρονων χρηματοπιστωντικών αγορών μέσα από ένα σχήμα όσο το δυνατό ισχυρότερα «ανοσοποιημένο» έναντι των θεμελιωδών επιχειρηματικών κινδύνων της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσα από την ίδρυση και λειτουργία ΤΕΑ. Η προαιρετική αγορά ποικίλλων χρηματοασφαλιστικών προϊόντων που απαντούν στις ανάγκες συγκεκριμένων ή εξειδικευμένων καλύψεων, προσφέροντας επιπλέον ευρεία ή στοχευμένη διείσδυση στις σύγχρονες χρηματαγορές, μπορεί να επιτευχθεί μέσα από ισχυρές και υγιείς ασφαλιστικές επιχειρήσεις. Σε κάθε περίπτωση, ο κάθε οικονομικά ενεργός πολίτης οφείλει να κατανοεί με σαφήνεια τις εσωτερικές διαφορές ενός ευρύτερου πλαισίου ώστε να μπορεί να διακρίνει και να επιλέγει εκείνο τον φορέα (ή συνδυασμό) που θα καλύπτει επαρκέστερα τις ανάγκες του. Για την Prudential ΕΠΕ, Χαράλαμπος Φύτρος Αναλογιστής (FHAS) Η Prudential ΕΠΕ (www.prudential.gr) είναι η αρχαιότερη και μεγαλύτερη ανεξάρτητη ελληνική συμβουλευτική εταιρία σε θέματα παροχών προς εργαζομένους, με έμφαση σε αναλογιστικά, επενδυτικά και εν γένει χρηματοοικονομικά ζητήματα, παρέχοντας παράλληλα ηλεκτρονική και μηχανογραφική υποστήριξη σε πλήθος φορέων του ευρύτερου πλαισίου των τριών πυλώνων ασφάλισης. ΑΝΑΦΟΡΕΣ: (1) «Ελληνικοί και Ευρωπαϊκοί Μύθοι για το Ασφαλιστικό», Γιώργος Ρωμανιάς 2007. (2) “Saving for retirement: Taxes matter”, James M. Poterba, Mitsui Professor of Economics, Massachusetts Institute of Technology, May 2004. (3) “Designing a World Class Health Care System”, Howard J. Bolnick, F.S.A., Hon F.I.A., M.A.A.A. (4) “Pearl Investment Management”, Glen A. Holden, Jr., Ethical and Professional Standards. (5) “Life after demutualization”, The Actuary, June 2000. (6) “Key Dates in the History of Google” και “Update: Brin, Page Lead List of Google Shareholders” στο www.google-ipo.com (29 April 2004). (7) “A Social Stakeholder Model”, Vanessa Verdeyen, International Journal of Social Welfare, October 2004. (8) “Investment Management for Taxable Private Investors”, Jarrod Wilcox, Jeffrey E. Horvitz, Dan diBartolomeo. (9) «Εισαγωγή στην Ιδιωτική Ασφάλιση», Μιλτιάδης Νεκτάριος 1998. (10) Απόφαση ΣτΕ 5024/1987, ΕΔΚΑ, τόμος Λ΄, 1988

Διεύθυνση: Πατριάρχου Ιωακείμ 30 Αθήνα 10675 | Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο: info@epkodi.gr

Πολιτική Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων