Ο εφησυχασμός της κοινωνίας, η αδράνεια και ο συμβιβασμός είναι η αχίλλειος πτέρνα της δημοκρατίας και των θεσμών της

fb

ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ

kampitsiΑικ. Ζαφείρη – Καμπίτση
Επιτ. Γεν. Διευθύντρια ΟΑΕΕ – ΤΑΕ τ. Προέδρος του Δ.Σ. του Τ.Α.Π.- Ο.Τ.Ε.

... Με το νέο νόμο δεν επιλύθηκαν τα προβλήματα. Μάλλον αυξήθηκαν γιατί οι επικεφαλής δεν διαφαίνεται να διαθέτουν γνώσεις κοινωνικής ασφάλισης και δημόσιας διοίκησης. Το σύστημα με τα κενά του νόμου που εμφανίζει, οδεύει μάλλον σε απορρύθμιση. Τα νέα Ταμεία με την πληθώρα των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν δίδουν την εικόνα «Λίθοι και πλίνθοι και κέραμοι ατάκτως ερριμένα». I. ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ Η ιδέα της κοινωνικής ασφάλισης είναι παλαιά όσο και ο άνθρωπος. Δεν υπάρχει συγκροτημένη κοινωνία στην οποία να μην συναντώνται θεσμοί αμοιβαίας βοήθειας και κοινής αποταμίευσης, για την από κοινού αντιμετώπιση διαφόρων προβλημάτων στη ζωή. Στην Ευρώπη δύο κοινωνικά συστήματα επικράτησαν: Α)  Της Μεγάλης Βρετανίας του λόρδου Beveridge το οποίο διαμορφώνει ουσιαστικά τις αρχές του Κράτους – Πρόνοιας, σύμφωνα με το οποίο, το Κράτος οφείλει να εξασφαλίσει στο άτομο, ένα ελάχιστο όριο αγορών, υπηρεσιών και ευκαιριών, ώστε οι δημιουργικές δυνάμεις αυτού, να μην παραλύουν από το φόβο της ανάγκης και οι πόροι του έθνους, να μην σπαταλώνται εξ’ αιτίας της κακής υγείας, της πλημμελούς διατροφής, ή στεγάσεως και των διαβρωτικών συνεπειών της ανεργίας., Β)  Της Γερμανίας, όπου το Νοέμβριο του 1881 το αυτοκρατορικό διάγγελμα, έργο του καγκελάριου Bismarck διεκήρυσσε ότι, το Κράτος είναι υπεύθυνο όχι μόνο για τις πράξεις του, αλλά και για τις παραλείψεις του και ότι ο ρόλος του, δεν περιορίζεται στην παρουσία των υφισταμένων δικαιωμάτων, αλλά αναφέρεται και στη θετική προαγωγή με τα κατάλληλα ιδρύματα και με τη χρήση των μέσων συνεργασίας που διαθέτει, της ευημερίας όλων των πολιτών και ιδίως, των αδυνάτων και των απόρων. Το δικαίωμα του ανθρώπου στην κοινωνική ασφάλιση, αναγνωρίστηκε και από τον Ο.Η.Ε. με την οικουμενική διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Στην Ελλάδα η κοινωνική ασφάλιση, ξεκίνησε παράλληλα με την εκβιομηχάνιση της Χώρας. Η εφαρμογή του θεσμού έγινε σταδιακά και απρογραμμάτιστα. Η Καθολίκευση της κοινωνικής ασφάλισης έγινε με το νόμο 6298/34 βάσει του οποίου οργανώθηκε και θεσπίστηκε η κοινωνική ασφάλιση, σε περίπτωση επελεύσεως των κινδύνων ασθένειας, αναπηρίας, ατυχήματος, ή γήρατος όλων των μισθωτών της Χώρας. Οι διάφορες Κυβερνήσεις για την αντιμετώπιση των αναφυόμενων προβλημάτων της κοινωνικής ασφάλισης, προέβαιναν εντελώς απρογραμμάτιστα. Αποτέλεσμα της κατάστασης αυτής είναι τα εξής: •     Έλλειψη ενότητας στην κοινωνική ασφάλιση •     Άνιση χρηματοδότηση των ασφαλιστικών φορέων •     Αδικαιολόγητες διαφοροποιήσεις στον τομέα των παροχών. II.  Θα επιχειρήσουμε να προσεγγίσουμε το πρόβλημα που ταλανίζει  δεκαετίες το σύστημα της κοινωνικής ασφάλισης εκτιμώντας τα βασικά  αίτια, τα οποία αποτελούν και τις πληγές του συστήματος, τα οποία διακρίνουμε σε ενδογενή και εξωγενή. Α. ΕΝΔΟΓΕΝΗ ΑΙΤΙΑ 1.  Δέσμευση των καταθέσεων και μη αξιοποίηση της περιουσίας. Οι ασφαλιστικοί φορείς υποχρεώθηκαν βάσει των διατάξεων του Α.Ν. 1611/50, να έχουν τις καταθέσεις τους στην Τράπεζα της Ελλάδος, με μειωμένο επιτόκιο, σε σχέση με τα επιτόκια των εμπορικών Τραπεζών. Η υποχρεωτική αυτή κατάθεση, στέρησε τα Ταμεία από σημαντικούς πόρους και περαιτέρω αξιοποίηση της κινητής περιουσίας τους, σε μία περίοδο που τα επιτόκια στις εμπορικές Τράπεζες, άρχισαν να αποδίδουν ουσιαστικά. Οι προσπάθειες αξιοποίησης της κινητής περιουσίας, ξεκίνησαν με τις διατάξεις του Ν. 1902/90 ο οποίος όμως, δεν κατήργησε την υποχρεωτικότητα των καταθέσεων στην Τράπεζα της Ελλάδος. Έκτοτε ακολούθησε σωρεία διατάξεων με τελευταίες του Ν. 3586/07. Είναι όμως δύσκολα και σύνθετα τα νέα χρηματοοικονομικά προϊόντα και πολλές φορές οι Διοικήσεις, διστάζουν στη λήψη των αποφάσεων, σε περιόδους μάλιστα οικονομικής αναταραχής. 2.   Προνοιακές Παροχές Η ασφάλιση και η πρόνοια, αποτελούν τους δύο βασικούς άξονες της Κοινωνικής Πολιτικής. Η ιδέα της κοινωνικής ασφάλειας στη διεθνή της διάσταση, προάγεται με τα μέτρα που παίρνει η Πολιτεία, για να αντιμετωπίσει τις οικονομικές συνέπειες των ασφαλιστικών κινδύνων όπως η ασθένεια, η μητρότητα, η ανεργία, η αναπηρία, το γήρας και ο θάνατος. Με τα μέτρα αυτά, οι ασφαλισμένοι διατηρούν ένα σταθερό και ανεκτό επίπεδο διαβίωσης και ανακουφίζονται από τα οικογενειακά τους βάρη. Τα προβλήματα της Κοινωνικής Ασφάλισης, στις κοινωνίες που συγχέουν το ρόλο της, με το ρόλο της Κοινωνικής Πρόνοιας, οξύνονται, γι’ αυτό κρίνεται σκόπιμη η οριοθέτηση των συστημάτων ασφάλισης – πρόνοιας. Βασική επιδίωξη της Κοινωνικής Ασφάλισης είναι, η συμπλήρωση ή  αναπλήρωση της απώλειας εισοδήματος, από συγκεκριμένο κοινωνικό κίνδυνο, για να εξουδετερωθούν οι οικονομικές συνέπειές του. Αντίθετα με την πρόνοια χορηγούνται τα μέσα για μία στοιχειώδη αντιμετώπιση οποιασδήποτε ανάγκης. Δηλαδή το δικαίωμα της Κοινωνικής Ασφάλισης για να δημιουργηθεί προϋποθέτει: α.   Εργασία και υπαγωγή του εργαζόμενου στον αρμόδιο φορέα και β.  Τη συνδρομή οικονομικών και άλλων προϋποθέσεων όπως η συμπλήρωση συγκεκριμένου χρόνου, του ορίου ηλικίας, η καταβολή εισφορών κ.α. Σε αντίθεση με την Κοινωνική Ασφάλιση, η Κοινωνική Πρόνοια, είναι δυνατή σε οποιοδήποτε πολίτη, εφόσον έχει τις προϋποθέσεις που απαιτεί ο νόμος (ανέχεια, μη εργασία, σωματική ή πνευματική αναπηρία). Η Κοινωνική Ασφάλιση έχει ανταποδοτικό χαρακτήρα, που ενισχύει την υπευθυνότητα και τη συνέπεια των ατόμων, απέναντι στα προβλήματά τους, αποφεύγοντας το στίγμα της απορίας, που συνδέει κάθε παροχή της Κοινωνικής Πρόνοιας. Με βασικό γνώμονα να περιοριστεί η φτώχεια και γενικά οι κοινωνικές ανισότητες, χωρίς ιδιαίτερη επιβάρυνση του Κρατικού προϋπολογισμού, διευρύνθηκε ο σκοπός της Κοινωνικής Ασφάλισης, με αποτέλεσμα να αλλοιωθεί η φυσιογνωμία του και να μειωθεί η αποτελεσματικότητα και αξιοπιστία του. Έτσι καθιερώθηκε ένα μικτό σύστημα κοινωνικής αρωγής, με στοιχεία από τους θεσμούς της Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Πρόνοιας. Από τον πρώτο πήρε τη νομική κατοχύρωση του είδους και της έκτασης των παροχών και από το δεύτερο, την ιδέα της αλληλεγγύης ολόκληρου του πληθυσμού, για την υποστήριξη των ασθενέστερων οικονομικά τάξεων. Οι μεγάλες προνοιακές παροχές άρχισαν από το έτος 1963 με τη συνταξιοδότηση των εξ’ Αιγύπτου Ελλήνων υπηκόων και ομογενών, επεξετάθηκαν στους εκ Τουρκίας, Ρουμανίας και Βορείου Ηπείρου και διευρύνθηκαν με τη συνταξιοδότηση πολιτικών προσφύγων. Η Πολιτεία επίσης μεριμνά σε περίπτωση θεομηνιών, σεισμών, κατολισθήσεων, πυρκαγιών κ.α. και εντέλλεται τα Ταμεία να καταβάλλουν ως βοήθημα μία επί πλέον σύνταξη. Η παροχή όμως  αυτή, ανήκει στην Κοινωνική Πρόνοια και σαφώς ορίζεται ότι, την οικονομική επιβάρυνση αναλαμβάνει το Κράτος σύμφωνα με το άρθρο 68 του Ν. 2089/92, πράγμα το οποίο δεν εφαρμόζεται. 3.    Άνιση Χρηματοδότηση Η Πολιτεία μέσω των κοινωνικών πόρων και της κρατικής επιχορήγησης, αντικατέστησε την εισφορά του ασφαλισμένου και εργοδότη, όχι για το σύνολο των ασφαλισμένων, αλλά για προνομιούχα τμήματα του πληθυσμού, που θα ηδύναντο λόγω υψηλών αποδοχών να αναλάβουν το κόστος της ασφάλισής τους. Με τον τρόπο αυτό ματαιώθηκε η αναδιανομή του εισοδήματος, ανετράπη η κοινωνική δικαιοσύνη, επιβαρύνθηκε  το κόστος των προϊόντων και υπηρεσιών, δημιουργώντας υψηλό δημοσιονομικό κόστος. Η άνιση μεταχείριση διαφαίνεται και στη διαφορετικότητα των παροχών. 4.     Εισφοροδιαφυγή Η εισφοροδιαφυγή δεν είναι δυνατόν να προσδιορισθεί επακριβώς, εάν δεν γίνει εκκαθάριση των ασφαλιστικών μητρώων. Στην πληγή αυτή έχουν συμβάλλει άπαντες, ώστε ευθαρσώς μπορεί να λεχθεί «εφαρμογή της κοινωνικής δικαιοσύνης» Πολιτεία, Διοικήσεις, Εργοδότες και Ασφαλισμένοι. Οι δύο πρώτοι δεν επιθυμούν να πάρουν αυστηρά μέτρα για να μην φέρουν σε δύσκολη θέση τους «καθ’έξιν» κακοπληρωτές. Εργοδότες και Ασφαλισμένοι εισφοροδιαφεύγουν, δαπανώντας τα χρήματα που προορίζονται για ασφαλιστικές εισφορές, σε αλλότριους σκοπούς, γνωρίζοντας ότι έχουν με το μέρος τους το ακαταδίωκτο και κάθε φορά, που ψηφίζεται διάταξη για διευκόλυνση εξόφλησης του χρέους, σπεύδουν να υπαχθούν στις ευεργετικές διατάξεις, καταβάλλοντας ελάχιστες δόσεις αναμένοντας την επόμενη ρύθμιση. Οι επιστημονικές επιτροπές που έχουν κατά καιρούς συσταθεί, ζητούν τη λήψη οδυνηρών μέτρων για την ελαχιστοποίηση του προβλήματος. 5.    Μεγάλος αριθμός Συνταξιούχων λόγω αναπηρίας. Το Ι.Κ.Α. ο ΟΓΑ και οι ασφαλιστικοί φορείς που πριν το Ν.3655/08 ασφάλιζαν μισθωτούς, εμφανίζουν μεγάλο αριθμό συνταξιούχων λόγω αναπηρίας. Οι δικαιούχοι του ασφαλιστικού κινδύνου της αναπηρίας, δεν κατέστησαν ανάπηροι συνεπεία δυσίατων νοσημάτων αλλά με πλάγιο τρόπο, πέτυχαν να χαρακτηρισθούν ανάπηροι και να τύχουν της σύνταξης. Τα ποσοστά των αναπήρων συνταξιούχων είναι μεγάλα στους προαναφερόμενους οργανισμούς, σε σύγκριση με τους οργανισμούς που ασφαλίζουν αυτοτελώς απασχολούμενους. 6.    Υπαγωγή στα βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα. Ο θεσμός αυτός εθεσπίσθη, για να βοηθήσει τους πράγματι απασχολούμενους στα βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα. Η υπαγωγή όμως έπρεπε να στηρίζεται σε πίνακες νοσηρότητας, ή σε πίνακες επιβίωσης και θνησιμότητας. Η υπαγωγή στην κατηγορία αυτή, επαγγελμάτων μη έχοντα σχέση με «βαρέα και ανθυγιεινά» όπως καθαριστές, καθαρίστριες, καμαριέρες, κομμωτές, κομμώτριες, σώρευσε βάρη στην κοινωνική ασφάλιση και ανέτρεψε τη σχέση ασφαλισμένων και συνταξιούχων αφού εξέρχονται στη σύνταξη πέντε (5) χρόνια ενωρίτερα των άλλων ασφαλισμένων, προστιθέμενοι στη στρατιά των λοιπών συνταξιούχων. Τελευταία έχει ανατεθεί σε ειδική επιτροπή το θέμα για μελέτη. Δεν έχουν ληφθεί μέτρα παρά την ολοκλήρωση του έργου της επιτροπής και την υποβολή του πορίσματος στο αρμόδιο Υπουργείο. 7.     Συγχώνευση σε μεγάλους φορείς των προβληματικών Ταμείων. Πολλά Ταμεία κατέστησαν προβληματικά, λόγω των υψηλών προνομίων που διέθεταν στους ασφαλισμένους τους. Η Πολιτεία για να τα απαλλάξει από τον βραχνά των ελλειμμάτων, με νομοθετικές ρυθμίσεις τα συγχώνευσε σ’ άλλους υγιείς φορείς, με διατήρηση για αρκετό χρονικό διάστημα, των προνομίων που τα κατέστησαν προβληματικά. Οι συγχωνεύσεις όμως, δεν στηρίχθηκαν σε ασφαλιστικές αρχές αλλά σε πολιτικές και συνδικαλιστικές επιθυμίες, επιδεινώνοντας το σύστημα της κοινωνικής ασφάλισης. Η κοινωνική ασφάλιση πρέπει να στηρίζεται σε μαθηματικές αρχές και εξισώσεις και όταν τα στοιχεία του ενός σκέλους της εξίσωσης, δεν ισοδυναμούν με τα αντίστοιχα του ετέρου σκέλους, τότε η εξίσωση ανατρέπεται. Το αυτό συνέβη με τη μεταρρύθμιση του Ν.3655/08. Δεν στηρίχθηκε σε αναλογιστική μελέτη αλλά έγινε «απουσία» των ασφαλιστικών αρχών 8. Πλημμελής αξιοποίηση κινητής και ακίνητης περιουσίας Η αξιοποίηση των κεφαλαίων της ασφάλισης, είχε στόχο την αύξηση πόρων για την επίτευξη των σκοπών της, που είναι η απονομή των δικαιούμενων παροχών και η βελτίωση αυτών. Επί σειρά δεκαετιών η Πολιτεία, δέσμευσε τις καταθέσεις των φορέων, χρησιμοποιώντας τα ασφαλιστικά διαθέσιμα και άλλα περιουσιακά στοιχεία, για την επίτευξη γενικότερων οικονομικών ή κοινωνικών στόχων. Οι νέες μορφές χρηματοοικονομικών προϊόντων, όπως εμφανίζονται σήμερα, απαιτούν τεχνογνωσία την οποία στερείται το προσωπικό των φορέων, οι δε χρονοβόρες διαδικασίες, για να ληφθεί η απόφαση αποβαίνει οικονομικά ανίσχυρη, όταν η έγκριση δεν πραγματοποιηθεί στον κατάλληλο χρόνο. Η μη αξιοποίηση της ακίνητης περιουσίας έχει επιφέρει ζημία στην ασφάλιση, αφού οι επισκευές των ακινήτων και οι ανακαινίσεις αυτών, περνούν μέσω της «προκρούστειας κλίνης» της έγκρισης της δαπάνης σκοπιμότητας και νομιμότητας και στη συνέχεια μέσω των διατάξεων που ορίζουν την εκτέλεση δημόσιων έργων. Ουδείς μεριμνά όμως για τη διαφυγή των εσόδων που αντιμετωπίζουν οι ασφαλιστικοί φορείς και για το τέλμα των θεμάτων, που για να ολοκληρωθούν ειδικά για την ακίνητη περιουσία, απαιτείται μεγάλο χρονικό διάστημα. 9. Μη εκπόνηση αναλογιστικών μελετών Η αναλογιστική μελέτη δεν είναι πολυτέλεια αλλά διασφάλιση του φορέα για την οικονομική επιβάρυνση που θα υποστεί από τη θέσπιση ορισμένων μέτρων. Η απραξία σχεδόν των μελετών, δημιουργεί στους φορείς οικονομικά προβλήματα, πολλές φορές άμεσα, γιατί προκειμένου να ικανοποιηθούν αιτήματα παροχών δεν συνειδητοποιούνται οι δυσκολίες που ορθώνονται βραχυπρόθεσμα ή μακροπρόθεσμα, με άμεσο αντίκτυπο το ίδιο το σύστημα και την αξιοπιστία του. Όλες οι σχετικές διατάξεις, βάσει των οποίων απεκόμισαν οφέλη οι συνταξιούχοι, δεν συνοδεύτηκαν από τις απαραίτητες μελέτες κάθε φορά, με αποτέλεσμα να μιλάμε σήμερα για ωρίμανση της ασφαλιστικής δημογραφίας, όπως αποτυπώνεται στη σχέση ασφαλισμένων και συνταξιούχων, ενώ τη διαμόρφωση της σχέσης αυτής, την προκάλεσαν οι αλόγιστες παρεμβάσεις στο σύστημα. Επί δεκαετίες θεσπίζονται ρυθμίσεις χωρίς κανέναν αναλογιστικό προσδιορισμό της αντίστοιχης επιβάρυνσης. Η Πολιτεία δια των φορέων έχει υποχρέωση να παρέχει κοινωνική ασφάλιση. Η έκτασή της όμως, δεν είναι δυνατόν να καθορίζεται κατά βούληση, χωρίς αναφορά στους διαθέσιμους πόρους. Οι παράμετροι του συστήματος (ύψος παροχών, προϋποθέσεις συνταξιοδότησης κ.λ.π) πρέπει να είναι στο επίπεδο αντοχής του ασφαλίστρου και όχι καθ’ υπέρβαση αυτού. Και παρά τη ρητή διάταξη του αρ. 71 του Ν.2084/92 ο τελευταίος νόμος 3655/08 ορίζει ότι, μετά τις εντάξεις να γίνουν οικονομικές μελέτες και όχι αναλογιστικές. Ο λόγος είναι προφανής. Στην οικονομική μελέτη, ορισμένες παραδοχές καθορίζονται από τον αρμόδιο Υπουργό. Οι μελέτες αυτές είναι επιστημονικώς αμφισβητήσιμες έναντι των αναλογιστικών. Β. ΕΞΩΓΕΝΗ ΑΙΤΙΑ 1.  Από τα εξωγενή αίτια το βασικό είναι, η δυσμενής δημογραφική εξέλιξη. Η εξέλιξη αυτή έχει δύο μορφές. Την επιμήκυνση του ορίου ηλικίας, η οποία σωρεύει βάρη όχι μόνο στον Κλάδο Σύνταξης, αλλά και στον Κλάδο Ασθένειας, γιατί η επιμήκυνση του ορίου αυτού, είναι αποτέλεσμα ανόδου του βιοτικού επιπέδου, ως και της προληπτικής ιατρικής κυρίως δε, είναι η πρόοδος της ιατρικής τεχνολογίας και της φαρμακευτικής επιστήμης, που αντικατέστησε τις απλές εξετάσεις, με πιο σύνθετες και τα απλά φάρμακα, με σπεσιαλιτέ φαρμάκων και όλα αυτά, για τη βελτίωση του κοινωνικού αγαθού που λέγεται «υγεία». 2.  Η υπογεννητικότητα συνέπεια του νέου τρόπου ζωής και εργασίας, ανατρέπει τα δεδομένα στη σχέση ασφαλισμένων – συνταξιούχων  και οδηγεί το θεσμό σε αδιέξοδα. 3.  Οι νέες μορφές απασχόλησης οι οποίες διαφεύγουν της ασφάλισης, με οδυνηρές συνέπειες για το θεσμό, σε συνδυασμό με την αύξηση των ανέργων λόγω παρατεταμένης οικονομικής κρίσης. ΙΙΙ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Τα ανωτέρω αίτια τα απέδιδαν κατά καιρούς στην έλλειψη οργάνωσης των ασφαλιστικών φορέων, η οποία είτε λόγω σπουδής, προς επίτευξη πολιτικών κυρίως σκοπιμοτήτων, είτε λόγω κακών εκτιμήσεων, έγινε επί τη βάσει εμπειρικών και προχειρολόγων υπολογισμών, με βασική κατευθυντήρια σκέψη, την οπωσδήποτε εξυπηρέτηση των επειγουσών αναγκών της στιγμής. Ο πολυκερματισμός του ασφαλιστικού συστήματος, δημιούργησε τη διπλή και πολλαπλή ασφάλιση την άνιση κατανομή των πόρων, ως και τα περισσότερα προβλήματα και συνέβαλε σε εκτεταμένες καταστρατηγήσεις. Αρχικά η λύση των συγχωνεύσεων, δεν επέφερε στο σύστημα τα επιθυμητά αποτελέσματα, γιατί συγχωνεύτηκαν τα ελλειμματικά και προβληματικά Ταμεία, διατηρώντας τα προνόμια που τα κατέστησαν ελλειμματικά. Στη συνέχεια επινοήθηκε ο όρος «ένταξη». Οι εντάξεις όμως, πρέπει να είναι μελετημένες, να αποδίδουν ασφαλιστική δικαιοσύνη και να ακολουθούν την ασφαλιστική αρχή ότι, κάθε ασφαλισμένος κατατάσσεται στις ασφαλιστικές κατηγορίες του νέου φορέα ανάλογα με το ιστορικό αποδοχών του. Δυστυχώς μέχρι σήμερα, οι συγχωνεύσεις και οι εντάξεις έχουν επιβαρύνει υπέρμετρα τους φορείς, γιατί έχει επικρατήσει η λανθασμένη αντίληψη ότι, δια της συγχωνεύσεως ή εντάξεως επιλύονται τα προβλήματα της ασφάλισης ενώ απεναντίας αυξάνονται και οξύνονται. Οι ενοποιήσεις ή οι εντάξεις κλάδων ή φορέων σ’ άλλους ομοειδείς πρέπει να τηρούν κάποια standards όπως: •     Να υπάρχει πρόγραμμα ολοκληρωμένο. •     Να συνοδεύεται από διοικητική μελέτη οργάνωσης και στελέχωσης των νέων Ταμείων ως και μελέτη στέγασης των υπηρεσιών τους. •     Να έχουν γίνει μελέτες απλούστευσης διαδικασιών και εκχώρησης αρμοδιοτήτων και •     Κυρίως να έχουν εκπονηθεί αναλογιστικές μελέτες για τη βιωσιμότητα του συστήματος. Οι νόμοι των ασφαλιστικών μεταρρυθμίσεων, παρά τους βερμπαλισμούς για τη σωτηρία του συστήματος δεν απέδωσαν στην πράξη, γιατί η εκάστοτε Πολιτική Ηγεσία, λόγω του πολιτικού κόστους, δεν επιθυμούσε την εξαφάνιση ή τουλάχιστον τον περιορισμό της γενεσιουργού αιτίας των προβλημάτων. Ήδη ο τελευταίος Ν.3655/08 ο οποίος ψηφίστηκε την 03/04/08 προβάλλεται ως σωτήριος για το ασφαλιστικό σύστημα. Το νομοθέτημα αυτό, πολλά υποσχόμενο έχει τίτλο «Διοικητική και οργανωτική μεταρρύθμιση του Συστήματος Κοινωνικής Ασφάλισης και λοιπές ασφαλιστικές διατάξεις». Επιχειρείται πράγματι για πρώτη φορά μία βαθιά τομή στο ασφαλιστικό σύστημα της Χώρας, με διατάξεις που σαρώνουν κυριολεκτικά τα μέχρι σήμερα ισχύοντα, στον χώρο της κοινωνικής ασφάλισης. Επιχειρείται διοικητική και οργανωτική μεταρρύθμιση, για να περιοριστεί ο κατακερματισμός του συστήματος, για το σκοπό αυτό ιδρύθηκαν νέοι φορείς κοινωνικής ασφάλισης με ενοποιήσεις Ταμείων ενώ σ’ άλλους υφιστάμενους έχουν ενταχθεί φορείς ή κλάδοι. Από τη μέχρι σήμερα εφαρμογή του νόμου, δεν διαφαίνεται ότι επιτυγχάνονται οι στόχοι της οργάνωσης και της βιωσιμότητας του συστήματος. Με το νέο νόμο δεν επιλύθηκαν τα προβλήματα. Μάλλον αυξήθηκαν γιατί οι επικεφαλής δεν διαφαίνεται να διαθέτουν γνώσεις κοινωνικής ασφάλισης και δημόσιας διοίκησης. Το σύστημα με τα κενά του νόμου που εμφανίζει, οδεύει μάλλον σε απορρύθμιση. Τα νέα Ταμεία με την πληθώρα των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν δίδουν την εικόνα «Λίθοι και πλίνθοι και κέραμοι ατάκτως ερριμένα». Γιατί στο χώρο της κοινωνικής ασφάλισης έπεσε ο κεραυνός της αμαθείας Δυστυχώς τα προβλήματα συνεχίζονται και καθίστανται πλέον διαχρονικά.

Διεύθυνση: Πατριάρχου Ιωακείμ 30 Αθήνα 10675 | Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο: info@epkodi.gr