Ο εφησυχασμός της κοινωνίας, η αδράνεια και ο συμβιβασμός είναι η αχίλλειος πτέρνα της δημοκρατίας και των θεσμών της

fb

Όταν η διαχείριση της κρίσης βαφτίζεται ασφαλιστική μεταρρύθμιση

Πατρίνας Παπαρρηγοπούλου

Αναπληρώτριας καθηγήτριας

στη Νομική Σχολή του Παν/μιου Αθηνών

  Είμαστε ήδη στον έκτο χρόνο της κρίσης και  στο τρίτο Μνημόνιο. Η κοινωνική ασφάλιση παραμένει στο επίκεντρο των ΜΜΕ και του ενδιαφέροντος της κοινωνίας. Η συζήτηση εστιάζεται στο αν θα μειωθούν έτι περαιτέρω οι συντάξεις και πώς θα νομοθετηθεί μια ακόμη ασφαλιστική μεταρρύθμιση.  Προηγουμένως όμως πρέπει να ξεκαθαρίσουν ορισμένα πράγματα: 1. Άλλο είναι η διαχείριση της κρίσης και άλλο η ασφαλιστική μεταρρύθμιση. Η πίεση των δανειστών δεν αφορά στην ασφαλιστική μεταρρύθμιση, αλλά στην κάλυψη του ταμειακού ελλείμματος. Είναι σαφές ότι μια ασφαλιστική μεταρρύθμιση δεν γίνεται εσπευσμένα και υπό την πίεση της αξιολόγησης. Η ασφαλιστική μεταρρύθμιση προϋποθέτει κοινωνικό διάλογο, κοινωνική συναίνεση, σοβαρή μελέτη των εναλλακτικών προτάσεων των ειδικών, αναλογιστικές μελέτες και επιλογές που στηρίζονται σε στάθμιση των οικονομικών και κοινωνικών πλεονεκτημάτων και μειονεκτημάτων κάθε πρότασης. Οι ασφαλιστικές μεταρρυθμίσεις που πραγματοποιούνται κατά καιρούς στα κράτη-μέλη της ΕΕ πληρούν όλες τις παραπάνω προϋποθέσεις και πολύ συνοπτικά τείνουν στην μετατροπή των διανεμητικών συστημάτων καθορισμένων παροχών σε διανεμητικά συστήματα καθορισμένων εισφορών και στην μερική αντικατάσταση του διανεμητικού συστήματος από το κεφαλαιοποιητικό. Επίσης, τείνουν στην αύξηση του χρόνου ασφάλισης και των ορίων ηλικίαςσυνταξιοδότησης. Με λίγα λόγια, επιδιώκεται η βιωσιμότητα της κοινωνικής ασφάλισης και η επάρκεια των παροχών. 2. Η συζήτηση για την επάρκεια των παροχών, και ειδικότερα για τον "πυρήνα" του δικαιώματος στην παροχή που δεν μπορεί να θιγεί πρέπει να λάβει υπόψη της τα εξής ιδιαίτερα δυσμενή πραγματικά δεδομένα:  Με βάση τις Μνημονικές δεσμεύσεις μας η δαπάνη για την κοινωνική ασφάλιση ως ποσοστό του ΑΕΠ δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει συνολικά το 15,5%. Είναι δεδομένο ότι στην περίοδο της κρίσης το ΑΕΠ έχει συρρικνωθεί περίπου κατά 27%. Οι άνεργοι ανέρχονται περίπου σε 1.350.000. Οι μισθοί των εργαζομένων, ιδίως των νέων, είναι πολύ μικρότεροι από τους μισθούς πριν από την κρίση. Ο κατώτατος μισθός είναι μικρότερος από την κατώτατη σύνταξη. Σύμφωνα με τα στοιχεία του συστήματος Ήλιος (Ιούλιος 2015) οι συνταξιούχοι ανέρχονται σε 2.663.000 ενώ το 27% των νέων συνταξιούχων είναι ηλικίας 56-62 ετών (δηλαδή σχετικά μικρής ηλικίας, κάτι που καταδεικνύει ότι η σύνταξη λειτουργεί και ως μηχανισμός αντιμετώπισης της ανεργίας). Επίσης, εκκρεμούν περίπου 160.000 αιτήσεις για συνταξιοδότηση, δηλαδή  περίπου 330.000 δικαιώματα. Σε αυτό το δυσμενές οικονομικό πλαίσιο είναι σαφές ότι μοναδική διέξοδος είναι η αύξηση της παραγωγικότητας και του ΑΕΠ. Είναιαφελές πάντως να πιστεύει κανείς ότι οι συντάξεις θα μείνουν αλώβητες. Εξάλλου, η αύξηση των ήδη υψηλών εισφορών δεν είναι αντικειμενικά σε θέση να επιλύσει το πρόβλημα. Αντιθέτως αποτελεί κίνητρο για εισφοροδιαφυγή και εγκατάσταση στην αλλοδαπή. 3. Στο ελληνικό σύστημα η σύνταξη αναπληρώνει το εισόδημα από την εργασία που απώλεσε ο συνταξιούχος, επειδή επήλθε ο ασφαλιστικός κίνδυνος. Η νομολογία του ΣτΕ δέχεται ότι η σύνταξη πρέπει να εξασφαλίζει ένα επίπεδο ζωής παραπλήσιο με αυτό που θα είχε ο συνταξιούχος, αν εργαζόταν. Το μέτρο της αναπλήρωσης κρίνεται επομένως με βάση τον συγκρίσιμο εργαζόμενο. Η Ελλάδα στο πλαίσιο του ΔΟΕ (102 ΔΣΕ) και του Συμβουλίου της Ευρώπης (Ευρωπαϊκός Κώδικας Κοινωνικής Ασφάλειας) έχει αντίστοιχα δεσμευθεί για μηνιαίες συντάξεις κατ' ελάχιστον 501 και 436 Ευρώ. Το όριο της φτώχειας κατά την ΕΛΣΤΑΤ είναι παραπλήσιο. Οι σήμερα καταβαλλόμενες κατώτατες συντάξεις μαζί με το ΕΚΑΣ ανέρχονται περίπου σε 680 Ευρώ. Με αυτές τις παραδοχές, μπορεί να γίνει η συζήτηση για το ύψος των καταβαλλόμενων συντάξεων σε συνδυασμό με το ότι οι εργαζόμενοι σήμερα καλούνται να καταβάλλουν σημαντικά υψηλότερες εισφορές και θα δικαιούνται σημαντικά μικρότερες συντάξεις. 4. Η αντιμετώπιση της κρίσης μόνο με εφαρμογή των αξιών που διέπουν την κοινωνική ασφάλιση μπορεί να γίνει. Συγκεκριμένα, με την εφαρμογή της αρχής της ανταποδοτικότητας και παράλληλα τη διασφάλιση των κατώτατων συντάξεων. Με τη διάκριση μεταξύ της κοινωνικής πρόνοιας από την κοινωνική ασφάλιση (η εθνική σύνταξη και το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα,  εντάσσονται στην πρόνοια και χορηγούνται με εισοδηματικά κριτήρια). Με την εφαρμογή της ίσης μεταχείρισης μεταξύ των γενεών αφενός και μεταξύ των ασφαλισμένων της ίδιας γενιάς αφετέρου. Ωστόσο, η εξομοίωση ανόμοιων κατηγοριών, όπως για παράδειγμα μισθωτών με ελεύθερους επαγγελματίες ή αγρότες, συνιστά καταφανώς άνιση μεταχείριση. Με τη διασφάλιση της βιωσιμότητας του συστήματος μέσω της καλής νομοθέτησης (δηλαδή με βάση αναλογιστικές μελέτες και μελέτες οικονομικών και κοινωνικών επιπτώσεων). 5. Στο ερώτημα αν μπορούσε να γίνει κάτι καλύτερο από το προτεινόμενο νομοσχέδιο η απάντηση είναι: Σαφώς Ναι! Θα έπρεπε από 1.1.2015 να είχαν πλήρως εφαρμοσθεί οι νόμοι που είχαν θεσπιστεί από το 2010. Να εκτιμηθεί μετά από  έτος εφαρμογής, αν και πόσο απέδωσαν τα μέτρα και να γίνουν βελτιώσεις στις παραμέτρους τους. Να γίνουν μελέτες οικονομικών και κοινωνικών επιπτώσεων όσον αφορά στις επιπτώσεις των περικοπών των συντάξεων και να αποφασισθεί το πρακτέο. Πρέπει δε να ληφθεί υπόψη ότι το πραγματικό συμφέρον των συνταξιούχων είναι να διατηρηθεί η ικανότητα του συστήματος να τους καταβάλλει συντάξεις.  Παράλληλα, θα μπορούσε να ξεκινήσει συζήτηση για την ασφαλιστική μεταρρύθμιση και να μελετηθεί η προβληματική των αντίστοιχων ευρωπαϊκών μεταρρυθμίσεων. 6. Τέλος, η αλλαγή του συστήματός μας από σύστημα κοινωνικής ασφάλισης σε σύστημα κοινωνικής ασφάλειας, δηλαδή σύστημα ενιαίων, ομοιόμορφων ελάχιστων παροχών χρηματοδοτούμενων κατ' ουσίαν από τη φορολογία δεν μπορεί να γίνει με νόμο. Το σύστημα που εφαρμόζουμε καθιερώνεται από το άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος με ρητή αναφορά στους εργαζομένους και σύνδεση της ασφάλισης με την εργασία και τις αντίστοιχες επαγγελματικές κατηγορίες. Η πολλαπλότητα των οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης(ανάλογα με το είδος της απασχόλησης) και η αναπλήρωση του εισοδήματος (με αναλογία παροχών και εισφορών) αποτελούν πλεονεκτήματα που δεν μπορεί ο κοινός νομοθέτης να απεμπολήσει και η κοινωνία αντιδρά σε αυτήν τη μεθόδευση. Οι παρεμβάσεις πρέπει να ενισχύουν και όχι να αποδομούν το σύστημά μας.

Διεύθυνση: Πατριάρχου Ιωακείμ 30 Αθήνα 10675 | Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο: info@epkodi.gr