Ο εφησυχασμός της κοινωνίας, η αδράνεια και ο συμβιβασμός είναι η αχίλλειος πτέρνα της δημοκρατίας και των θεσμών της

fb

Σκέψεις με αφορμή τις αποφάσεις 3410/2014 και 3663/2014 του ΣτΕ σχετικά με περικοπές κύριων και επικουρικών συντάξεων μισθωτών

Πατρίνα Παπαρρηγοπούλου –Πεχλιβανίδη
Αν. καθηγήτρια Νομικής Σχολής Παν/μίου Αθηνών    

Ασφαλισμένοι για κύρια σύνταξη στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ (απόφαση ΣτΕ 3410/2014) και για επικουρική στο  Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης (ΕΤΕΑ) (απόφαση ΣτΕ 3663/2014), οι οποίοι προέρχονταν από το Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Τραπεζοϋπαλλήλων (ΕΤΑΤ),  άσκησαν καταψηφιστικές αγωγές με βάση τις διατάξεις για την αδικοπρακτική ευθύνη του Δημοσίου (άρθρα 105 και 106 ΕισΝΑΚ) ζητώντας  από τα ταμεία να τους καταβάλουν, ως αποζημίωση, τη διαφορά της κύριας και της επικουρικής σύνταξης που λαμβάνουν αντίστοιχα μετά τις περικοπές που έχουν γίνει σε εκτέλεση των αποκαλούμενων «μνημονειακών» νόμων  από τις συντάξεις που λάμβαναν πριν από τις περικοπές. Οι αγωγές παραπέμφθηκαν από το Πρωτοδικείο Αθηνών με βάση τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρ. 1 παρ. 1  του Ν. 3900/2010, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του από το άρθρο 40 παρ. 1 του Ν. 4055/2012 (πρότυπη δίκη). Ενόψει του ότι τέθηκαν ζητήματα αντίθεσης με το άρθρο 22 παρ. 5, 17 παρ. 2, 73 παρ. 2 και 80 παρ. 1 του Συντάγματος και ασυμβατότητας με το Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της ΕΣΔΑ και τα ζητήματα προς κρίση αφορούν μεγάλο αριθμό συνταξιούχων δικάστηκαν από την 7μελή σύνθεση του ΣτΕ και παραπέμφθηκαν στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου. Οι παραπεμπτικές αποφάσεις αποσαφηνίζουν: α) την έννοια της ικανοποιητικής σύνταξης κατά το άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος και το όριο που θέτουν το Σύνταγμα και το ΠΠΠ της ΕΣΔΑ στον νομοθέτη κατά τη λήψη μέτρων που περιορίζουν τις συντάξεις, β) τη διάκριση των διαρθρωτικών μέτρων για την κοινωνική ασφάλιση από τα απλώς δημοσιονομικά μέτρα και γ) αν και πώς πρέπει να αιτιολογούνται τα μέτρα που περιορίζουν τις συντάξεις. α) Η ικανοποιητική σύνταξη κατά το άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος προσδιορίζεται ως ποσοστό του εισοδήματος που αποκέρδαινε ο συνταξιούχος από την εργασία του πριν επέλθει ο ασφαλιστικός κίνδυνος (γήρας, αναπηρία, θάνατος προστάτη οικογένειας). Το ποσοστό αυτό δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να καταλήγει σε ποσό σύνταξης ανώτερο από το εισόδημα από την εργασία, διότι τότε θα καταλήγαμε σε υπερκάλυψη του κινδύνου. Από την άλλη, δεν μπορεί να είναι κατώτερο από:  Tην ελάχιστη σύνταξη, δηλαδή τη σύνταξη που με βάση διεθνείς συμβάσεις η Ελλάδα έχει δεσμευθεί να χορηγεί στους συνταξιούχους. Κατά την 102 ΔΣΕ (άρθρο 65) για την Ελλάδα η ελάχιστη σύνταξη γήρατος υπολογίζεται στο 46% των αποδοχών του τορναδόρου στη  μηχανουργία και αντιστοιχεί σε 501,975 Ευρώ ενώ κατά τον Ευρωπαϊκό Κώδικα Κοινωνικής Ασφάλειας του Συμβουλίου της Ευρώπης υπολογίζεται στο 40% των αποδοχών του τορναδόρου και ανέρχεται σε 436,50 Ευρώ.  Tη βασική σύνταξη του νόμου 3863/2010, δηλαδή το ποσό των 360 περίπου Ευρώ που θα πληρώνει ο κρατικός προϋπολογισμός από το 2015 και μετά σε ασφαλισμένους και ανασφάλιστους (υπό διαφορετικές πάντως προϋποθέσεις).  Την κατώτατη σύνταξη  που για τους νέους ασφαλισμένους ανέρχεται σε 497,74 Ευρώ χωρίς στο ποσό αυτό να συνυπολογίζεται η επικουρική σύνταξη και το ΕΚΑΣ (όλα μαζί φθάνουν περίπου στα 700 Ευρώ).  Το όριο της φτώχειας, το οποίο σύμφωνα με το από 13.10.14 Δελτίο Τύπου της ΕΛΣΤΑΤ το έτος 2013 (περίοδος αναφοράς εισοδήματος το έτος 2012) ανέρχεται στο ποσό των 5.023 Ευρώ ετησίως ανά άτομο και σε 10.547 Ευρώ για νοικοκυριά με δύο ενήλικες και δύο εξαρτώμενα παιδιά ηλικίας κάτω των 14 ετών. Οι σχολιαζόμενες αποφάσεις ορθώς δέχονται ότι: «Η μέριμνα από το κράτος για τη διαδοχική ασφάλιση αναγνωρίζεται από το Σύνταγμα ως θεσμική εγγύηση, στο πλαίσιο της οποίας ο κοινός νομοθέτης θέτει τους κανόνες για την ασφαλιστική κάλυψη …..την προστασία του ασφαλιστικού κεφαλαίου και την εξυπηρέτηση της αναλογιστικής βάσεως και τη διασφάλιση υπέρ των συνταξιούχων ενός ικανοποιητικού επιπέδου διαβιώσεως, όσο το δυνατόν εγγύτερα εκείνου που είχαν κατακτήσει κατά τη διάρκεια του εργασιακού τους βίου» (βλ. σ. 8). «… όριο στην ελευθερία του νομοθέτη …….αποτελεί η διασφάλιση στους συνταξιούχους παροχών που επιτρέπουν την αξιοπρεπή διαβίωση αυτών, δηλαδή εισοδήματος ικανού να εξασφαλίσει όχι μόνο τους όρους της φυσικής τους υποστάσεως (διατροφή, ένδυση, στέγαση, βασικά οικιακά αγαθά, θέρμανση, υγιεινή) αλλά και δυνατότητα συμμετοχής στην κοινωνική ζωή» (βλ. σελ. 9 και σ. 13. ). Συνεπώς η κοινωνική ασφάλιση χορηγεί ικανοποιητικές συντάξεις που δεν επιτρέπεται να περιορίζονται νομοθετικά σε ποσό που δεν διασφαλίζει την αξιοπρεπή διαβίωση. Το ποσό που διασφαλίζει την αξιοπρεπή διαβίωση προκύπτει από την κατώτατη σύνταξη, η οποία δεν επιτρέπεται να υπολείπεται του ορίου της φτώχειας και της ελάχιστης σύνταξης που η Ελλάδα με τις ανωτέρω διεθνείς συμβάσεις έχει δεσμευθεί να διασφαλίζει. β) Tα προβλήματα του ελληνικού συστήματος κοινωνικής ασφάλισης που το οδηγούσαν από μόνα τους σε οικονομική κατάρρευση ήταν από ετών γνωστά. Ενδεικτικά αναφέρονται η δημογραφική γήρανση, η χορήγηση διαχρονικά γενναιόδωρων παροχών που υπερβαίνουν τις οικονομικές δυνατότητες των ασφαλιστικών οργανισμών και μετακυλίονται στις επόμενες γενεές , η εισφοροδιαφυγή (κυρίως λόγω της έλλειψης μηχανογραφικού συστήματος, ασφαλιστικής συνείδησης και αποδοτικής διοίκησης και οργάνωσης) και η κακή αξιοποίηση των αποθεματικών.  Η αλληλεγγύη των γενεών με βάση την οποία λειτουργεί η κοινωνική ασφάλιση στην Ελλάδα (διανεμητικό σύστημα) σημαίνει ότι οι ασφαλισμένοι καταβάλλουν κοινωνικοασφαλιστικές εισφορές και με αυτές χρηματοδοτούνται οι παροχές των ήδη συνταξιούχων. Κάθε αδικαιολόγητα ευνοϊκή παροχή υπέρ μιας γενεάς επιβαρύνει τουλάχιστον ισόποσα και πιθανότατα πολλαπλάσια την επόμενη που καλείται να καταβάλει αυξημένες εισφορές. Η υπέρμετρη επιβάρυνση των νεότερων γενεών ενέχει τον κίνδυνο να μην τιμήσουν «το συμβόλαιο αλληλεγγύης», όχι από δυστροπία, αλλά επειδή οι εισφορές τις οποίες θα καλούνται να καταβάλουν για τις συντάξεις της προηγούμενης γενεάς θα είναι εμπόδιο στη διαβίωση των ιδίων και την ανατροφή των παιδιών τους. Για τον λόγο αυτό οι εισφορές δεν μπορεί να υπερβαίνουν ένα εύλογο ποσοστό του εισοδήματος των ασφαλισμένων από την εργασία ενώ οι συντάξεις είναι κατά κανόνα μικρότερες από τους μισθούς των εργαζομένων. Η αρχή της βιωσιμότητας του ασφαλιστικού συστήματος έχει την έννοια ότι οι σημερινές γενεές πρέπει να διασφαλίσουν την λειτουργία του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης για να μπορέσουν να το απολαύσουν και οι επόμενες. Η κρίση εκδηλώθηκε το 2008 και βρήκε την Ελλάδα απροετοίμαστη. Εξαιτίας της κρίσης τα υφιστάμενα προβλήματα  διογκώθηκαν ακόμη περισσότερο. Για παράδειγμα, τα αποθεματικά των  ασφαλιστικών οργανισμών «κουρεύτηκαν» περίπου κατά 50% λόγω της συμμετοχής στο PSΙ, η ανεργία στον ιδιωτικό τομέα και η μείωση του προσωπικού στον δημόσιο τομέα αντιμετωπίσθηκαν με «κίνητρα» για  συνταξιοδότηση με αποτέλεσμα να αυξηθεί ακόμη περισσότερο ο ήδη υψηλός αριθμός των συνταξιούχων και να δημιουργείται ακόμη μεγαλύτερο πρόβλημα βιωσιμότητας αλλά και ρευστότητας στους οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης κ.λπ. Μετά μια μακρά περίοδο εφησυχασμού και αδράνειας (μέσα της δεκαετίας του ’90 μέχρι το 2008) επιβάλλονται μέτρα εσπευσμένα με κύριο μέλημα τη μείωση της συνταξιοδοτικής δαπάνης και την αποκατάσταση της βιωσιμότητας του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης. Τα μέτρα που λαμβάνονται διακρίνονται σε δύο κατηγορίες: Πρώτον, σε μέτρα που στοχεύουν στην αποδοτική οργάνωση και τη λειτουργία του συνταξιοδοτικού συστήματος σύμφωνα με τις αρχές της βιωσιμότητας, της κοινωνικής αλληλεγγύης σε συνδυασμό με ανταποδοτικότητα κ.λπ. Ενδεικτικά, αναφέρονται η μηχανογράφηση του συστήματος , η καταπολέμηση της εισφοροδιαφυγής και της αδήλωτης εργασίας,  η σύνδεση των ορίων συνταξιοδότησης με το προσδόκιμο επιβίωσης, η υποχρεωτική εκπόνηση αναλογιστικών μελετών κ.λπ. Τα μέτρα αυτά ούτε προσωρινά είναι ούτε συνδέονται με την κρίση και θα έπρεπε ήδη προ πολλού και ανεξαρτήτως αυτής να είχαν ληφθεί. Στην ίδια λογική εμπίπτει και η περικοπή των συντάξεων για να ενισχυθούν οι μελλοντικές συντάξεις από το Ασφαλιστικό Κεφάλαιο Αλληλεγγύης Γενεών (ΑΚΑΓΕ) ενόψει και του σοβαρότατου δημογραφικού προβλήματος και οι επίδικες περικοπές των μηνιαίων κύριων και επικουρικών συντάξεων πάνω από 1.000 Ευρώ  που αποσκοπούν στη μείωση των δαπανών των ελλειμματικών οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης και την αποκατάσταση της βιωσιμότητας αυτού.   Οι  μειώσεις αυτές δεν επηρέασαν καθόλου τις μηνιαίες συντάξεις των οποίων το ύψος είναι ίσο ή μικρότερο των 1.000 Ευρώ, δηλαδή το 67,5% των συνταξιούχων.  Αντικειμενικά οι μειώσεις αυτές δεν σε θέση να «φτωχοποιήσουν» τους συνταξιούχους που έχουν μηνιαίες κύριες και επικουρικές συντάξεις ανώτερες των 1.000 Ευρώ, γιατί το μηνιαίο αυτό ποσό είναι κατά την Eurostat μεγαλύτερο από το ποσό που αντιστοιχεί στο «κατώφλι» της φτώχειας που ισχύει στην Ελλάδα και επιπλέον το ποσό αυτό προσαυξάνεται και με την επικουρική σύνταξη. Επίσης είναι μεγαλύτερο από τα ελάχιστα όρια των συντάξεων για τα οποία η Ελλάδα έχει δεσμευθεί με βάση την 102 ΔΣΕ αφενός και με βάση το άρθρο 12 παρ. 2 του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη αφετέρου. Ήδη, με την απόφαση της 7.12.2012 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Κοινωνικών Δικαιωμάτων έχει απορριφθεί η προσφυγή της Ομοσπονδίας Συνταξιούχων Ελλάδος του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ κατά της Ελλάδος και κρίθηκε ότι τα μέτρα περικοπής των συντάξεων δεν παραβιάζουν το άρθρο 12 παρ. 2 του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη για τα ελάχιστα όρια συνταξιοδοτικής προστασίας και προφανώς δεν παραβιάζουν ούτε αυτά της 102 ΔΣΕ. Και το Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) στις αποφάσεις της 7.5.2013 ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδος και Κουφάκη κατά Ελλάδος έκρινε ότι δεν παραβιάζεται το Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ),  διότι οι μειώσεις μισθών και συντάξεων δεν είναι δυσανάλογες σε σχέση με τον σκοπό της αντιμετώπισης της οξείας δημοσιονομικής κρίσης και της εξυγίανσης των δημόσιων οικονομικών. Συνοψίζοντας: Οι περικοπές των μηνιαίων κυρίων συντάξεων άνω των 1.000 Ευρώ και των επικουρικών άνω των 300 Ευρώ δεν είναι ικανές να επιφέρουν από μόνες τους τη «φτωχοποίηση» των συνταξιούχων. Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι για τον χρόνο ασφάλισης μέχρι το 2011 το ποσοστό αναπλήρωσης του εισοδήματος από την κύρια σύνταξη για μεν τους νέους ασφαλισμένους με 35 έτη ασφάλισης είναι 70% επί των συντάξιμων αποδοχών ενώ για τους παλαιούς 77% και σε αυτό έρχεται να προστεθεί και η υποχρεωτική επικουρική σύνταξη που αντιστοιχεί σε 20% για τους νέους ασφαλισμένους. Συνολικά, το ποσοστό αναπλήρωσης είναι πάνω από 90% και ενίοτε ξεπερνά το 100% των συντάξιμων αποδοχών. Το ποσοστό αυτό της αναπλήρωσης του εισοδήματος αντικειμενικά είναι πολύ γενναιόδωρο  ακόμη και σε περίοδο οικονομικής και δημογραφικής  σταθερότητας.  Πολύ περισσότερο όταν οι συντάξιμες αποδοχές δεν καθορίζονται με βάση τον μέσο όρο των αποδοχών του όλου εργασιακού βίου (με αναπροσαρμογή), αλλά των τελευταίων, καλύτερων από πλευράς αποδοχών ετών εργασίας. Το συνολικό ποσοστό αναπλήρωσης των εναγόντων που προέρχονταν από την Αγροτική Τράπεζα σύμφωνα με τις σχολιαζόμενες αποφάσεις ήταν ανώτερο του 100% των συντάξιμων αποδοχών τους. Η κύρια  σύνταξη των ασφαλισμένων αυτών είναι μεγαλύτερη (1211,78 Ευρώ) της μέσης κύριας σύνταξης που χορηγεί το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ (697,39 Ευρώ). Επιπλέον, ο Ειδικός Λογαριασμός Επικούρησης Μελών Προσωπικού της Αγροτικής Τράπεζας (ΕΛΕΜ) ήταν μη βιώσιμος και ελλειμματικός . Το συνταξιοδοτικό καθεστώς ήταν προνομιακό, λαμβανομένων υπόψη των υψηλών ποσοστών αναπλήρωσης της επικουρικής σύνταξης (με 35 ΕΑ 45%, με 22,5 ΕΑ 36% ποσοστά που υπερβαίνουν κατά πολύ τις μέσες επικουρικές συντάξεις του ΕΤΕΑΜ (24%) και του ΤΕΑΔΥ (20%). Αθροιζόμενα αυτά τα ποσοστά με τα ποσά των κυρίων συντάξεων αντιστοιχούν σε ποσοστό αναπλήρωσης ανώτερο του 100% των συντάξιμων αποδοχών. Είναι σαφές ότι αυτά τα ιδιαίτερα υψηλά ποσοστά αναπλήρωσης έπρεπε πολύ πριν από την κρίση να είχαν με βάση αναλογιστική μελέτη μειωθεί, γιατί το ταμείο δεν ήταν βιώσιμο. Εξάλλου, έπρεπε να είχαν μειωθεί και γιατί δεν συνάδουν με τη λογική της κοινωνικής ασφάλισης που είναι η κάλυψη και όχι η υπερκάλυψη του κινδύνου σε βάρος των νεότερων γενεών. Εν προκειμένω το πρόβλημα δεν είναι η κρίση, αλλά η προϋφιστάμενη της κρίσης κακή δημογραφική, αναλογιστική και οικονομική κατάσταση των ταμείων αυτών καθώς και η παράλειψη των διοικητικών συμβουλίων των οικείων οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης να προβούν στις αναγκαίες ενέργειες για την έγκαιρη αντιμετώπιση του προβλήματος αφενός και του κράτους να ασκήσει κατάλληλη εποπτεία αφετέρου. Η παράλειψη λήψης των αναγκαίων μέτρων για τη διασφάλιση της βιωσιμότητας των ασφαλιστικών οργανισμών και η διεκδίκηση δικαστικά παροχών που υπερκαλύπτουν τον ασφαλιστικό κίνδυνο και κατά μείζονα λόγο όταν ο ασφαλιστικός οργανισμός είναι μη βιώσιμος καταδεικνύουν κάμψη της κοινωνικοασφαλιστικής λογικής και συνείδησης . γ) Το εισόδημα πάντως των συνταξιούχων με μηνιαία κύρια σύνταξη άνω των 1.000 ευρώ μηνιαίως συρρικνώνεται από την επιβολή διάφορων έκτακτων και τακτικών φόρων. Αν και τα πολύ χαμηλά εισοδήματα κατά κανόνα εξαιρούνται από τη φορολόγηση ή έχουν μειωμένους συντελεστές, εντούτοις η υπερφορολόγηση πιέζει τις μεσαίες και υψηλές συντάξεις, οι οποίες έχουν επιπλέον υποστεί και τις ανωτέρω περικοπές. Κρίσιμο θα ήταν να διαπιστωθεί ποιο ήταν το διαθέσιμο εισόδημα  πριν από την κρίση και μετά την κρίση για τον μέσο συνταξιούχο και να προσδιορισθεί έτσι ένας δείκτης της συνεισφοράς του μέσου συνταξιούχου στη χρηματοδότηση των υποχρεώσεων του Δημοσίου  και με βάση αυτόν μια κλίμακα συνεισφοράς ανάλογη με το διαθέσιμο εισόδημα. Τα στοιχεία αυτά είναι γνωστά τις αρμόδιες φορολογικές και ασφαλιστικές αρχές (βλ. και το σύστημα ΗΛΙΟΣ του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας). Με τον τρόπο αυτό τα διαθέσιμα εισοδήματα όσων συνταξιούχων έχουν απομειωθεί δυσανάλογα πολύ, λόγω της σώρευσης των συνταξιοδοτικών περικοπών με την αυξημένη φορολογία, θα εξαιρούνταν από τις περικοπές ή θα είχαν μικρότερες, ανάλογες με τις δυνάμεις τους,  περικοπές. α λόγους κοινωνικής δικαιοσύνης η σχετική μελέτη θα έπρεπε συνολικά να αφορά και στους συνταξιούχους και στους εργαζόμενους, διότι όπως οι συνταξιούχοι έχουν υποστεί περικοπές των συντάξεών τους, έτσι και οι εργαζόμενοι έχουν υποστεί μείωση ή και πλήρη απώλεια των εισοδημάτων τους από την εργασία. Αυτή η συνολική μελέτη δεν είναι βέβαιο αν θα οδηγούσε σε ριζικά διαφορετική «κατανομή της φτώχειας», αλλά σίγουρα θα νομιμοποιούσε τις σχετικές ρυθμίσεις και θα επέτρεπε πληρέστερο δικαστικό έλεγχο. Ενδέχεται να διαπιστωνόταν ότι οι εργαζόμενοι έχουν υποστεί μεγαλύτερη «θυσία» από ότι οι συνταξιούχοι, λαμβανομένων υπόψη του ποσού του κατώτατου μισθού και του ύψους του επιδόματος ανεργίας. Επίσης, ενδέχεται να διαπιστωνόταν ότι ικανός αριθμός συνταξιούχων με μέσες και υψηλές συντάξεις έχουν μικρότερο διαθέσιμο εισόδημα από ότι οι συνταξιούχοι με κύριες συντάξεις κάτω των 1000 Ευρώ. Είναι σαφές ότι ο νομοθέτης με επίκληση της κοινωνικής αλληλεγγύης επιρρίπτει περισσότερα βάρη στις μέσες και υψηλές συντάξεις.  Τούτο δεν αντίκειται  κατ’ ανάγκην στο Σύνταγμα και στις διεθνείς υποχρεώσεις της Ελλάδας. Προϋπόθεση για να κριθεί η επιβάρυνση των μεσαίων και υψηλών συντάξεων αντίθετη με το Σύνταγμα και τις διεθνείς συμβάσεις είναι η επιβάρυνση αυτή να γίνεται κατά παράβαση της αρχής της ισότητας και της αναλογικότητας. Η νομική βάση για την προστασία της κατηγορίας αυτής των συνταξιούχων είναι η εκ μέρους τους δυσανάλογα μεγάλη συνεισφορά στα δημόσια βάρη και όχι αυτή καθ’ εαυτή η περικοπή της σύνταξης. Επίσης είναι η κατά παράβαση της αρχής της ισότητας εξομοίωση όσων έχουν συνεισφέρει περισσότερο στο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης με όσους έχουν συνεισφέρει κατά πολύ λιγότερο και έχουν αδικαιολόγητα επωφεληθεί από αυτό. Για παράδειγμα συνταξιούχος με σύζυγο και ανήλικα τέκνα που ασφαλίζεται στην υψηλότερη κλίμακα του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και του οποίου η κύρια σύνταξη χωρίς τις περικοπές θα ήταν περίπου 2.350 Ευρώ με τις περικοπές ανέρχεται σήμερα περίπου σε 1.350 Ευρώ. Αν αφαιρεθούν οι φόροι και οι ασφαλιστικές εισφορές το διαθέσιμο εισόδημά του είναι περίπου 1.000 Ευρώ. Ο  ασφαλισμένος αυτός συνεισφέρει με το 1/3 περίπου της σύνταξής του πλέον του φόρου που πληρώνει στη χρηματοδότηση υποχρεώσεων του ελληνικού Δημοσίου, ενώ ο ασφαλισμένος με σύνταξη 1.000 Ευρώ δεν συμμετέχει σχεδόν καθόλου. Το πρόβλημα είναι επομένως διπλό: πρώτον, η εξομοίωση εκείνων που έχουν πολλαπλώς συνεισφέρει με εκείνους που έχουν συνεισφέρει κατά πολύ λιγότερο και δεύτερον, η δυσανάλογη συμμετοχή μερίδας των συνταξιούχων (που έχουν μέσες και υψηλές συντάξεις) στα δημόσια βάρη. Η κοινωνική ασφάλιση είναι μαζί με τη φορολογία οι σημαντικότεροι μηχανισμοί αναδιανομής του εισοδήματος. Η συμμετοχή όλων, ανάλογα με τις δυνάμεις τους, στην αναδιανομή αυτή επιβάλλεται για να διασφαλιστεί η ισότητα, η κοινωνική συνοχή, η προστασία της αξίας του ανθρώπου, η δικαιοσύνη και η δημοκρατία. Οι ανωτέρω περικοπές των κύριων και επικουρικών συντάξεων νομιμοποιούνται, μόνο εφόσον προκύπτει από ειδικές οικονομικές μελέτες ότι πληρούνται οι ανωτέρω προϋποθέσεις και συγκεκριμένα ότι  η συνολική επιβάρυνση από κάθε είδους μηχανισμό αναδιανομής εισοδήματος είναι ανάλογη με τις δυνάμεις εκάστου, ότι τηρείται η αρχή της ισότητας και της αναλογικότητας και ότι σε κάθε περίπτωση το διαθέσιμο εισόδημα που απομένει διασφαλίζει την αξιοπρεπή διαβίωση. Έχω την εντύπωση ότι τέτοια μελέτη εννοούν οι σκέψεις της μειοψηφίας σχετικά με την υποχρέωση αιτιολογίας των νομοθετικών επεμβάσεων  . Ειδικότερα υποστηρίζεται ότι «απαιτείται προηγούμενη συνεκτίμηση των συνολικών οικονομικών ή άλλων, αμέσων ή εμμέσων, επιβαρύνσεων που έχουν επιβληθεί στους ασφαλισμένους και μετά από διαρκή αποτίμηση, ιδίως επί διαδοχικών επεμβάσεων, των επεμβάσεων, των επιπτώσεων που συνεπάγονται, σωρευτικά στο βιοτικό τους επίπεδο επί τη βάσει μιας προηγούμενης συνολικής μελέτης και με την επίκληση συγκεκριμένων στοιχείων που να αντλούνται από οικονομικές, αναλογιστικές, στατιστικές ή άλλες μελέτες, οι οποίες πρέπει να έχουν εκπονηθεί από ανεξάρτητες αρχές …..» (σ. 15). Ωστόσο, κατά τη σκέψη της μειοψηφίας η συνολική μελέτη απαιτείται για να διαπιστωθεί αν οι συντάξεις που χορηγούνται αντιστοιχούν στο ελάχιστο επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης, ενώ το ζητούμενο είναι αν η συμμετοχή εκάστου στα δημόσια βάρη έχει κατανεμηθεί ανάλογα με τις δυνάμεις του λαμβανομένου υπόψη του διαθεσίμου εισοδήματός του μετά τις συνταξιοδοτικές και φορολογικές περικοπές και αν συνακόλουθα τηρούνται οι αρχές της ισότητας και της αναλογικότητας. Περαιτέρω κατά την άποψη της μειοψηφίας δεν επιτρέπεται από το Σύνταγμα ακόμη και με λίαν δυσμενείς οικονομικές συνθήκες η υποχρέωση χρηματοδότησης του ασφαλιστικού συστήματος από το Κράτος να μετακυλισθεί καθ’ ολοκληρίαν ή κατά το μεγαλύτερο μέρος στους ασφαλιστικούς οργανισμούς, να επιρριφθεί δηλαδή κατ’ επέκταση στους ίδιους τους ασφαλισμένους και να εξαρτηθεί η χορήγηση των ασφαλιστικών παροχών από τη βιωσιμότητά τους, ώστε να θίγεται τελικά αυτός ο ίδιος ο πυρήνας των ασφαλιστικών τους δικαιωμάτων. Τούτο είναι μεν ορθό, αλλά με δύο διευκρινίσεις: Πρώτον, ότι ουδέποτε το κράτος χρηματοδότησε ή ανέλαβε να χρηματοδοτήσει την επικουρική κοινωνική ασφάλιση. Η επικουρική κοινωνική ασφάλιση χρηματοδοτείται αποκλειστικά και μόνο από τους εργοδότες και τους εργαζόμενους. Δεύτερον, η κρίση περί της υποχρέωσης χρηματοδότησης του ασφαλιστικού συστήματος αφορά συνολικά στο άθροισμα του ποσού της κύριας και επικουρικής σύνταξης. Το συνολικό αυτό ποσό θα πρέπει να διασφαλίζει την «αξιοπρεπή διαβίωση» του συνταξιούχου και το κράτος υποχρεούται να χρηματοδοτήσει τις συντάξεις που είναι μικρότερες από αυτό το ποσό. Συμπερασματικά: Η κοινωνική ασφάλιση χορηγεί ικανοποιητικές συντάξεις που δεν επιτρέπεται να περιορίζονται νομοθετικά σε ποσό που δεν διασφαλίζει την αξιοπρεπή διαβίωση των συνταξιούχων. Το ποσό που διασφαλίζει την αξιοπρεπή διαβίωση προκύπτει από το όριο της φτώχειας σε συνδυασμό με την κατώτατη σύνταξη, την ελάχιστη σύνταξη και τη βασική σύνταξη. Δεν μπορεί νομικά να υποστηριχθεί ότι οι συντάξεις που αναφέρονται οι σχολιαζόμενες αποφάσεις μετά τις περικοπές δεν εξασφαλίζουν την αξιοπρεπή διαβίωση των συνταξιούχων. Ο νομοθέτης εξαιρώντας τις μηνιαίες κύριες συντάξεις κάτω των 1.000 Ευρώ και τις επικουρικές κάτω των 300 Ευρώ έχει επιτυχώς αποφύγει την έκδοση δικαστικών αποφάσεων που θα ακύρωναν τις περικοπές των συντάξεων, λόγω προσβολής της αξιοπρεπούς διαβίωσης ή του περιουσιακού δικαιώματος. Έχει επίσης αποφύγει τις κοινωνικές εντάσεις, αν και δεν είναι σαφές ότι έχει σταθμίσει τις συνέπειες των επιλογών αυτών όσον αφορά στα κίνητρα για την απασχόληση και την ανάπτυξη. Η συνολική οικονομική μελέτη στην οποία αναφέρεται η μειοψηφία για τις σωρευτικές επιπτώσεις της φορολογίας και των περικοπών, ιδίως στις κύριες συντάξεις άνω των 1.000 Ευρώ, είναι επιβεβλημένη για να τεκμηριωθεί με βάση το διαθέσιμο εισόδημα ότι η συμμετοχή εκάστου συνταξιούχου και ασφαλισμένου στα δημόσια βάρη γίνεται με βάση την αρχή της ισότητας, ανάλογα με τις δυνάμεις του και για να ελεγχθούν δικαστικά οι σχετικές ρυθμίσεις. Βεβαίως τέτοιους ισχυρισμούς δεν προέβαλαν οι ενάγοντες, ωστόσο τέτοιοι ισχυρισμοί θα μπορούσαν να ελεγχθούν δικαστικά, μόνο αν το Δικαστήριο υιοθετούσε την άποψη της μειοψηφίας για εκπόνηση ειδικής οικονομικής μελέτης. Ο δικαστικός αυτός έλεγχος πέρα από την κύρια λειτουργία που επιτελεί όσον αφορά στην αποκατάσταση της τυχόν τρωθείσας νομιμότητας, θα συνέβαλε και στη νομιμοποίηση των παρεμβάσεων, ώστε να μην αμφισβητούνται ως αυθαίρετες και ανεξέλεγκτες.  

Διεύθυνση: Πατριάρχου Ιωακείμ 30 Αθήνα 10675 | Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο: info@epkodi.gr